Διακοπές!

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

Μια μικρή γεύση...

Το απόσπασπασμα που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο "Ημερολόγιο ενός πατέρα (2) -Όποιος αγαπάει (εκ) παιδεύει/ Από τα πρώτα βήματα μέχρι το σχολείο" που κυκλοφορεί στις 5 Σεπτεμβρίου.

Δε μ’ αγαπάς πια!

«Δε μ’ αγαπάς πια!» Ο πέντε χρονών και έξι μηνών γιος μου –που παρεμπιπτόντως δεν έχει κανένα πρόβλημα να αποκαλύψει την ηλικία του σε κάθε ενδιαφερόμενο -σε αντίθεση με τον πατέρα του– με κοιτούσε με μάτια υγρά και ύφος οσιομάρτυρα, λίγο πριν τον ρίξουν στην αρένα με τα πεινασμένα θηρία. Εννοείται πως, ενώ άφριζα από την οργή μου, διέψευσα αυτή την κατηγορία, προσπαθώντας με μειλίχια φωνή να διαχωρίσω το θυμό μου για τη ζημιά από τα αισθήματα για το Παιδί.
Λίγα πράγματα κατάφερα. Το Παιδί, κλαίγοντας γοερά κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του, επαναλαμβάνοντας μέσα στα αναφιλητά του τη μοιραία φράση: «Δε μ’ αγαπάς πια!»
Κι όλα ξεκίνησαν από το τίποτα. Απόγευμα Κυριακής, μόλις είχα φτιάξει το φραπεδάκι μου, και παρατηρούσα το Παιδί να παίζει τις «Επικίνδυνες Αποστολές». Του είχα υποσχεθεί πως ύστερα από λίγο θα τον συνόδευα στο αγαπημένο του παιχνίδι. Ο βατραχάνθρωπος, ήταν ο Φελπς, ενώ μια ομάδα από ανθρωπάκια Playmobil, ήταν τα παλικάρια του. Στον αντίποδα ο «γαλάζιος σερίφης» και η συμμορία του ήταν οι αντίπαλοι που είχαν κλέψει τα πολύτιμα πετράδια (μερικούς βόλους). Η Αποστολή ήταν φυσικά να τους βρουν και να επιστρέψουν τα πετράδια στους πραγματικούς κατόχους τους –στην Ποκαχόντα και τον πατέρα της. Τα είχαμε μπλέξει όλα, απ’ ότι καταλαβαίνετε. Καθοριστικός ήταν και ο ρόλος των τριών αγαπημένων –πλαστικών– σκύλων του Παιδιού: Του Αζόρ, του Ντικ και του Μπικ... Στη μέση περίπου της απολαυστικής εμπειρίας του απογευματινού μου τσιγάρου, άρχισαν τα προβλήματα:
«Πότε θα τελειώσεις επιτέλους αυτό το τσιγάρο;»
«Σε δυο λεπτά, αγάπη μου».
«Πότε τελειώνουν τα δυο λεπτά;» ρώτησε το παιδί και στήθηκε μπροστά στο ρολόι κοιτάζοντας τους λεπτοδείκτες. Βλέπετε του είχαμε μάθει να διαβάζει την ώρα και δύσκολα μπορούσες να τον ξεγελάσεις... Έφυγε από το ρολόι και πήρε το «τρελομπαλάκι» στο χέρι του. Θεώρησε πως μέχρι να έρθει η ώρα για τις Επικίνδυνες Αποστολές, μέχρι να περάσουν αυτά τα περίφημα δυο λεπτά, μπορούσαμε να ανταλλάξουμε μερικές μπαλιές...
Ετοιμαζόταν να εκτοξεύσει το «τρελομπαλάκι» προς το μέρος μου. Του είπα να μην το κάνει. Ήταν σα να του είχα δώσει το σύνθημα. Το μπαλάκι έφυγε από το χέρι του, ακολούθησε μια καμπύλη τροχιά και έπεσε με δύναμη πάνω στο ποτήρι με τον φραπέ. Οι καφέδες τινάχτηκαν πάνω μου, το ποτήρι έπεσε στο πάτωμα κι έγινε θρύψαλα κι εγώ τινάχτηκα φωνάζοντας. Το Παιδί πάγωσε. Καθώς του επαναλάμβανα πως του είχα πει να μην το κάνει, αυτός μου είπε την πιο «δυνατή» του φράση: «Δε μ’ αγαπάς πια!»
Μάζεψα τα σπασμένα γυαλιά, σφουγγάρισα, άλλαξα ρούχα, νευριάζοντας όλο και περισσότερο. Από το δωμάτιο του Παιδιού ακουγόταν ένα κλάμα, που κάθε τόσο ανέβαινε σε πιο υψηλές κλίμακες, θυμώνοντάς με περισσότερο...
Και ξαφνικά, όταν όλα είχαν μαζευτεί και καθαριστεί, ο θυμός μου είχε ξεφουσκώσει. Κι όχι μόνον. Ένιωθα και τύψεις. Κατηγορούσα τον εαυτό μου για τις φωνές. «Δεν το ήθελε», έλεγα μέσα μου. «Του φώναξα λες κι έκανε κανένα έγκλημα... Και τον βλέπω τόσο λίγο μέσα στην εβδομάδα... Γιατί να χαλάμε τις καρδιές μας αυτές τις πολύτιμες ώρες που περνάμε μαζί;»
Πήγα προς το δωμάτιο του και τον είδα να κλαίει, κουλουριασμένος στο κρεβάτι του, αγκαλιά με το μαξιλάρι. Ήμουνα ο Ένοχος που πλήγωσε την καρδιά ενός πεντάχρονου παιδιού για ένα παλιοπότηρο με φραπέ. Ένα λερωμένο μπλουζάκι μέτρησε περισσότερο από την ευαίσθητη ψυχή ενός μαθητή του νηπιαγωγείου. Πλησίασα και του χάιδεψα το κεφαλάκι. «Άσε με!», είπε, αποφεύγοντας τα χάδια μου. Οπισθοχώρησα και άρχισα να του λέω λόγια παρηγοριάς. Μετά από λίγο σταμάτησε τα κλάματα, αλλά εξακολουθούσε πεισματικά να σωπαίνει. Μόνο κάποια στιγμή είπε: «Με στενοχώρησες πάρα πολύ...»
Βρέθηκα να του ζητάω συγγνώμη, προσθέτοντας πολύ ήπια πως –τέλος πάντων– έφταιγε λιγάκι κι αυτός που ήταν απρόσεκτος. Και μετά... Μετά τον δωροδόκησα!
Τον παρότρυνα να ντυθεί γιατί του είχα μια έκπληξη. Εκεί ξαφνικά ζωντάνεψε κι άρχισε να με ρωτάει. «Σκέφτηκα πως μπορούμε να πάμε στο λούνα παρκ, αν το θέλεις κι εσύ, φυσικά». Οι στενοχώριες και τα μούτρα ξεχάστηκαν...

Αλλεπάλληλα λάθη
Η ιστορία του φραπέ, έχει επαναληφθεί πολλές φορές, με διάφορες αφορμές. Κι εγώ μέσα σε λίγη ώρα, πραγματοποιούσα σχεδόν το σύνολο των σημαντικότερων επτά λαθών που κάνουν οι γονείς...
Οι πιο κάτω γραμμές, μοιάζει να έχουν γραφεί ειδικά για την περίπτωση μου:
«... εκείνο αρχίζει να αντιδρά έντονα και τελικά καταφέρνει να σας "ρίχνει". Πέφτετε στην παγίδα που έχει μάθει να σας στήνει με τα κλάματα και την πίεση. Οι ενοχές σας ανεβαίνουν στα ύψη. Αρχίζετε να νιώθετε πολύ αμήχανα. Όσο μεγαλώνει το άγχος σας, τόσο αυξάνονται και οι αποτυχημένες σας προσπάθειες να ελέγξετε την κατάσταση. Αντί να διατηρήσετε τη δύναμη σας με το να μην υποκύψετε, με το να είστε ήρεμοι και αποφασιστικοί, αφήνοντας τα πράγματα να πάρουν τη φυσική τους πορεία εξαφάνισης, εσείς κάνετε το συνηθισμένο, αλλά τραγικό σφάλμα, να υποχωρήσετε με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα βρείτε ενδεχομένως το κλειδί για να λήξει αυτή η κατάσταση. Αλλά δεν πρόκειται ποτέ να λύσετε το πρόβλημα μ’ αυτή τη στάση που κρατάτε…» (Τζον και Λίντα Φριλ, Τα 7 λάθη που κάνουν οι γονείς).
Οι ειδικοί, απ’ ότι βλέπετε με κατακεραυνώνουν. Στις δύσκολες στιγμές που προσπαθώ να βρω κάποιες οδηγίες για την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων ή να παρηγορηθώ για τα λάθη που κάνω, καταφεύγω στο ράφι της βιβλιοθήκης με τα παντοειδή βιβλία που αφορούν στη σωστή διαπαιδαγώγηση του παιδιού. Φευ! Αντί να πάρω κουράγιο, νιώθω χειρότερα...
Ψυχολόγοι, ψυχοθεραπευτές, παιδαγωγοί, παιδίατροι, πετάγονται από τις σελίδες των βιβλίων, με κυκλώνουν και κουνούν απειλητικά το δάκτυλο τους προς το μέρος μου. Γίνομαι ο κατηγορούμενος σε ένα φανταστικό δικαστήριο. Ο εισαγγελέας σηκώνεται όρθιος και με κατακεραυνώνει:
«... Το παιδί που βλέπει τις πράξεις του να αντιμετωπίζονται με ξεσπάσματα οργής μαθαίνει να κατηγορεί κάποιον άλλον γι’ αυτές και σύντομα γίνεται το είδος του ανθρώπου που ψάχνει πάντα μια εξωτερική δικαιολογία για να εξηγήσει γιατί τα πράγματα δεν πήγαν καλά...» (Γουαίην Ντύερ, Τι θέλετε αλήθεια για τα παιδιά σας;).
Και συνεχίζει:
«.. .Η σωστή αντίδραση απέναντι σε ένα ποτήρι χυμένο γάλα είναι να πείτε απλά: "Δεν πειράζει, όλοι το παθαίνουμε αυτό καμιά φορά. Ξέρω ότι δεν το έκανες επίτηδες. Έλα να τα μαζέψουμε". Μετά αγκαλιάστε το παιδί και φιλήστε το τρυφερά, ανεξάρτητα από το πόσο συχνά έχει συμβεί αυτό το γεγονός στη διάρκεια της εβδομάδας...»
Καταλαβαίνετε; Αν στη θέση του γάλακτος βάλετε το φραπεδάκι, θα καταλάβετε πως τα λάθη μου ήταν αλλεπάλληλα. Το δικαστήριο, όπως είναι φυσικό, με κηρύσσει ομοφώνως ένοχο!
Στο σκεπτικό της απόφασης, μεταξύ άλλων, καταγράφεται:
«... Δεν βοήθησε το παιδί του να μάθει να αναλαμβάνει τις ευθύνες των πράξεων του... Δεν το ενθάρρυνε να αναγνωρίσει τα ελαττώματα και να παραδεχθεί τα λάθη του... Δεν του έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι το αγαπάει για τα λάθη του, δεν του είπε πως δεν πειράζει που έκανε λάθος... Τέλος κράτησε μια αλλοπρόσαλλη στάση, με την οποία το μόνο που κατάφερε ήταν να αποπροσανατολίσει εντελώς το παιδί...»
Τώρα το έμαθα πια το σωστό. Έτσι δήλωσα δήθεν μεταμελημένος, σαν εκείνους τους κατηγορούμενους, που αφού έχουν σκοτώσει στην καθισιά τους καμιά δεκαριά άτομα, στο δικαστήριο παίρνουν σεμνό ύφος, κοιτάζουν το πάτωμα, ντύνονται συντηρητικά και φοράνε κι έναν σταυρό σε εμφανές σημείο, ώστε να αναρωτιούνται όλοι, πως είναι δυνατόν αυτό το αγγελούδι να έκανε αυτά τα πράγματα….
Μέχρι σήμερα εξακολουθώ να επαναλαμβάνω τα ίδια λάθη, κάνοντας κάποιες σπασμωδικές κινήσεις για να διορθωθώ, καταφεύγοντας συχνά σε υπερβολές, απογοητεύοντας χειρότερα το Παιδί.
Περιέργως πως, εκτός από τις ώρες ή τις στιγμές κρίσης, τα πάμε πολύ καλά. Μερικές φορές νομίζω πως αυτός έχει εντρυφήσει σε όλα τα πονήματα παιδικής ψυχολογίας και αυτοβελτίωσης.
Αντί να παραδέχεται τα λάθη του, καταφέρνει με μαεστρία να παραδέχομαι εγώ τα δικά μου και να του ζητάω συγγνώμη.
Τις λίγες φορές που κάνω το σωστό συμφώνως με τις απόψεις των ειδικών, βλέπω πως πράγματι αυτό λειτουργεί. Όμως πόσο συχνά μπορείς να κάνεις "το σωστό";
Μου φαίνεται πως όλοι αυτοί που δίνουν τις –τεκμηριωμένες– συμβουλές τους, λειτουργούν εξαιρετικά αφαιρετικά. Απευθύνονται σε ανθρώπους που μπορούν να λειτουργούν με τη λογική τους εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Που δεν κινήθηκαν στο κυκλοφοριακό χάος της Αθήνας, που δεν έχουν προβλήματα στη δουλειά τους, που τα οικονομικά τους είναι ανθηρά, ενώ όσα συμβαίνουν στην κοινωνία και στο περιβάλλον, τους αφήνουν παγερά αδιάφορους. Ζουν στον μικρόκοσμο της οικογένειας, απομονωμένοι από όλους και όλα.
Αυτό που μου λείπει πραγματικά είναι κάποιες συμβουλές για πραγματικούς ανθρώπους. Που κάνουν πάντοτε λάθη...
Κι έτσι κατευθύνομαι προς ένα άλλο τμήμα της βιβλιοθήκης και κατεβάζω από το ράφι την «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι»... Διαβάζω και σκέφτομαι πως ναι, έτσι είναι τα πράγματα:
«... Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποια απόφαση είναι η καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Όλα τα ζούμε αμέσως για πρώτη φορά και χωρίς προετοιμασία. Είναι σα να έμπαινε ένας ηθοποιός στη σκηνή χωρίς ποτέ άλλοτε να έχει κάνει μια πρόβα. Αλλά τι μπορεί να αξίζει η ζωή αν η πρώτη πρόβα της ζωής δεν είναι παρά η ίδια η ζωή; Αυτό είναι που κάνει τη ζωή να μοιάζει με σκιαγράφημα. Αλλά ακόμα και το «σκιαγράφημα» δεν είναι η σωστή λέξη, γιατί ένα σκιαγράφημα είναι πάντοτε το προσχέδιο κάποιου πράγματος, η προετοιμασία ενός πίνακα, ενώ το σκιαγράφημα που είναι η ζωή μας δεν είναι για τίποτα προσχέδιο, είναι ένα προσχέδιο χωρίς πίνακα...»

Από τις απαισιόδοξες σκέψεις αντλώ αισιοδοξία για τα λάθη μου! Και παρόλο που δεν έπρεπε να κάνω τα λάθη που έκανα με το ποτήρι του φραπέ και την έλλειψη κάθε συνέπειας στη συμπεριφορά μου, τολμώ να πω ότι στο λούνα παρκ διασκεδάσαμε απίστευτα. Μετά πήγαμε σε γνωστό φαστφουντάδικο και καταναλώσαμε τροφές πλήρως ακατάλληλες για παιδιά και ενηλίκους. Η μέρα μας τέλειωσε με τρυφερές αγκαλιές και φιλιά. «Την επόμενη φορά», σκέφτηκα, «ίσως τα καταφέρω καλύτερα».
Όμως θα είναι τόσο διασκεδαστικό να μεγαλώνεις παιδιά, χωρίς να κάνεις λάθη;

Δεν υπάρχουν σχόλια: