Διακοπές!

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Ευχαριστώ, μπαμπά

Η Μαρία Δασκαλάκη* είναι μια από τους δέκα βραβευμένους συγγραφείς του διαγωνισμού διηγήματος Στέλιος Ξεφλούδας. Την ξεχωριστή ιστορία της θα έχετε την ευκαιρία να τη διαβάσετε σύντομα κι εσείς, αφού το βιβλίο κυκλοφορεί σε λίγες μέρες... Σήμερα η Μαρία μας έκανε ωστόσο μια ακόμη έκπληξη.. Ένα εξαιρετικό και συγκινητικό κείμενο για τον πατέρα της με τον τίτλο "Ευχαριστώ, μπαμπά", που δημοσιεύτηκε στο www.protagon.gr
Ομολογώ ότι σαν πατέρας πολύ θα ήθελα να ακούσω κάποτε τέτοια λόγια από τα παιδιά μου... Θα τα αξίζω άραγε;
...Μοιράζομαι μαζί σας όλο το κείμενο της Μαρίας και νομίζω πως θα δώσει την ευκαιρία σε παιδιά και γονείς να σκεφτείτε πολλά...




Ευχαριστώ, μπαμπά

Το γιατί σου έχω τόση μεγάλη αδυναμία, πατέρα, παλαιότερα δεν μπορούσα να το καταλάβω. Τώρα όμως ξέρω. Για όλα αυτά που μου έμαθες. Για όλα αυτά που κάναμε μαζί και σαν σε όνειρο πια τα θυμάμαι και χαμογελώ. Επειδή με έκανες να αγαπήσω τη μυθολογία. Μου διηγήθηκες χιλιάδες φορές για την Αργοναυτική εκστρατεία και τους άθλους του Ηρακλή. Ρίζωσαν μέσα μου αυτές οι ιστορίες. Ρίζωσε μέσα μου κι η αγάπη γι’ αυτές.

Επειδή με έκανες να αγαπήσω τα βιβλία. Καμάρωνες για την τεράστια ξύλινη βιβλιοθήκη που εντοίχισες στον τοίχο του δωματίου. Σαν καλός ερασιτέχνης μαραγκός, την έφτιαξες στην ταράτσα μας μόνος σου. Ράφι-ράφι. Με περηφάνια μου την έδειχνες. Με άφηνες να παίρνω όποιο βιβλίο σου ήθελα για να διαβάσω, ακόμη κι αν ήξερες πως δεν θα το καταλάβω, ακόμη κι αν ήξερες πως δεν ήταν για την ηλικία μου. Μέχρι και το ‘Κεφάλαιο’ του Μαρξ με άφησες να πάρω όταν ήμουνα δεκαπέντε χρόνων κι ας μην ξεκίνησα ποτέ να το διαβάζω. Και μόνο που κράτησα στα χέρια μου ένα «απαγορευμένο» για παιδιά βιβλίο, ένιωθα πολύ χαρούμενη.

Επειδή μ’ έμαθες να σέβομαι τα βιβλία. Μου τα έδινες και δε φοβόσουνα μην τα σκίσω, μην τα μουτζουρώσω. Με είχες μάθει πως ήτανε πολύτιμα και τα κρατούσα σαν ανεκτίμητους θησαυρούς. Μόνο καμιά φορά έγραφα στην πρώτη σελίδα το όνομά μου με τα αδέξια παιδικά μου γράμματα και μια καρδούλα δίπλα, μα ποτέ δε θύμωνες, επειδή ήξερες πως αυτός ήταν ο τρόπος μου για να σου εκφράσω ευγνωμοσύνη που εμπιστευόσουν τα πολύτιμά σου στα μικρά μου χέρια.

Επειδή κάθε Κυριακή, έπαιρνες από το χέρι και μένα και την Άννα μας και μας πήγαινες στο ζωολογικό κήπο της Όασης, να μας δείξεις τα άγρια ζώα. Πού τις σκεφτόσουνα, πατέρα, όλες εκείνες τις ιστορίες που μας έλεγες; Άλλη με την πονηρή αλεπού, άλλη με τον πεινασμένο λύκο, άλλη με το δυνατό γύπα, άλλη με τα αστεία μαϊμουδάκια, μα όλες κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα: τα ζώα δεν είναι φτιαγμένα για να ζούνε σε κλουβιά. Κι από τότε, μίσησα τα κάγκελα για πάντα.

Επειδή μου έμαθες τη λέξη που θα έπαιζε τον πιο σημαντικό ίσως ρόλο στη ζωή μου μεγαλώνοντας: τη λέξη ‘κοίτα’! Κι έμαθα έτσι να παρατηρώ τα πάντα γύρω μου. Από τα πιο ασήμαντα, μέχρι τα πιο σοβαρά. Μου έμαθες να κοιτώ και να μη μένω μόνο εκεί που στέκεται το βλέμμα. Μου έμαθες πως καθετί στη φύση, όμορφο ή άσχημο, είναι χρήσιμο. Υπάρχει για κάποιο λόγο.

Επειδή μου έμαθες να περπατώ χωρίς να πρέπει οπωσδήποτε να φτάσω κάπου. Μου έμαθες να το κάνω απλώς και μόνο για να παρατηρώ τη φύση γύρω μου. Κι έπειτα, μου μίλαγες για όσα παρατηρούσαμε παρέα. Μπορούσες να φτιάξεις μια ολόκληρη ιστορία από ένα τοσοδά πετραδάκι που σου έδειξα στην πλατεία κάτω από το σπίτι μας. Κι αυτό, για να μου μάθεις πώς κάτι τόσο μικρό, μπορεί να είναι πολύ σημαντικό.

Επειδή καμιά φορά με έβαζες πίσω στην κόκκινη βέσπα σου, με έπαιρνες στο σχολείο μαζί σου και μ’ άφηνες να κάθομαι στην έδρα όταν εσύ παρέδιδες μάθημα. Επειδή μ’ έκανες να καταλάβω πόσο αγαπούσες τη δουλειά σου και πόσο σ’ αγαπούσαν οι μαθητές σου. Επειδή μ’ έμαθες πόσο σημαντική είναι η υπομονή στη ζωή και κάπως έτσι ανακάλυψα πόση υπομονή είχες κι εσύ ο ίδιος. Επειδή μου έμαθες όταν μου δίνουν κάτι να μη λέω μόνο «ευχαριστώ», αλλά να χαμογελώ κιόλας. Επειδή μου έμαθες να μη φοβάμαι να πω «συγγνώμη» και «σ’ αγαπάω». Επειδή μου έμαθες να κρίνω τους ανθρώπους βάσει χαρακτήρα κι όχι φυλής ή ιδιότητας.

Θυμάμαι τότε που στην πλατεία από κάτω είχαν κατασκηνώσει τσιγγάνοι και κάθε βράδυ άναβαν φωτιές, μαγείρευαν, χόρευαν και τραγουδούσαν. Μας πήρες από τα χέρια και μας κατέβασες βόλτα. Σου είπα πως φοβάμαι. Με τρόμαζαν αυτοί οι μαυριδεροί άνθρωποι με τα φανταχτερά ρούχα που έκαναν συνέχεια φασαρία. Εσύ χαμογέλασες και μας πήγες ως τα τσαντίρια που είχανε στήσει, για να τους γνωρίσουμε. Με το ζόρι σε ακολουθούσα κι εγώ και η Άννα μας, ενώ εσύ μας εξηγούσες για το πόσο διαφορετικά από μας ζούνε οι τσιγγάνοι και πόσο διαφορετικό πολιτισμό έχουνε. Κι ενώ τριγυρίζαμε αρκετή ώρα ανάμεσά τους –κρατώντας σου πάντα σφιχτά το χέρι- μας εξηγούσες πώς έπλεναν τα ρούχα τους στις σκάφες, για το περίεργο μαύρο τσουκάλι που είχανε στη φωτιά τους και για το πώς ζούσαν ελεύθεροι από τόπο σε τόπο. Οι τσιγγάνοι χαμογελούσαν. Κι εγώ δε φοβόμουνα πια.

Επειδή μου έμαθες πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε τρωτοί –ακόμα και εσύ. «Μπαμπά;», έτρεξα να σε υποδεχτώ ένα μεσημέρι στην εξώπορτα, μα εσύ δεν είχες ανέβει ακόμη τη σκάλα. «Γέρασε ο μπαμπάς!», μου απάντησες βαριανασαίνοντας όταν φάνηκες από τη στροφή, το βλέμμα μου καρφώθηκε στα δερμάτινα σανδάλια σου -που σημάδεψαν τη στιγμή και πλέον δε θα ξέχναγα ποτέ- κι έπειτα με πλάκωσε ολόκληρος ο ουρανός, επειδή ως τότε πίστευα πως ο δικός μου μπαμπάς ποτέ δεν έκλαιγε, ποτέ δεν αρρώσταινε και φυσικά ποτέ δε θα γερνούσε!

Επειδή μου έμαθες πως και οι μπαμπάδες κλαίνε όταν χάνουνε το δικό τους μπαμπά. Τότε σε είδα να κλαις πρώτη φορά. Στα δεκάξι μου χρόνια, που χάσαμε τον παππού. Εγώ δεν έκλαψα. Κι αν έκλαιγα, θα ήταν επειδή έβλεπα εσένα, πατέρα, να κλαις.

Επειδή μου έμαθες πως και οι μπαμπάδες αρρωσταίνουνε κι ας μην το λένε. Από την Άννα μας το έμαθα. Εγώ τριτοετής φοιτήτρια, μίλια μακριά σας, δε μου είχατε πει τίποτα. Εσύ στο νοσοκομείο, για μια «αφαίρεση χολής», όπως μου είχες πει, «επέμβαση ρουτίνας». Ποτέ δε μας είπατε τη λέξη «καρκίνος», μα και εγώ και η Άννα μας το είχαμε καταλάβει. Εκείνη μου τηλεφώνησε και μου είπε πως αύριο θα έμπαινες στο χειρουργείο, μα δεν ήθελες να το μάθω. «Κάνε σαν να μην το ξέρεις», μου είπε. Κι έτσι έκανα. «Μπαμπά μου, σ’ αγαπάω», σου είπα εκείνο το βράδυ του Σεπτέμβρη στο τηλέφωνο, ξέροντας πως μπορεί και να ήταν η τελευταία φορά που στο έλεγα και μετά έκλαψα τόσο πολύ, επειδή κάθισα και μέτρησα πόσα χρόνια είχα να στο πω πριν από τότε –λες κι είχα ξεχάσει όλα όσα μου είχες μάθει… Και την ώρα, πατέρα, που η ζωή σου κρεμότανε από χειρουργικά νήματα, εγώ έδινα εξετάσεις στο μάθημα της «Στατιστικής», ενώ στο μυαλό μου έπαιζαν ένα σωρό πιθανότητες που καμιά σχέση βέβαια δεν είχαν με το μάθημα. Πιθανότητες που ίσως να άλλαζαν τη ζωή μου για πάντα. Τις ζωές όλων μας. Τέτοιου είδους πιθανότητες. Το θυμάμαι σαν τώρα κι ας κοντεύουν δέκα χρόνια από τότε… Αν και με τη Στατιστική, ανέκαθεν δεν τα πήγαινα καλά. Εξάλλου εκείνη τη μέρα, παρέδωσα λευκή κόλλα. Ολόλευκη.

Το γιατί σου έχω τόση μεγάλη αδυναμία, πατέρα, παλαιότερα δεν μπορούσα να το καταλάβω. Τώρα όμως ξέρω. Γιατί εκτός από όλα τα παραπάνω, μου έμαθες και κάτι ακόμα: να αντέχω όσα έρχονται, διότι «ουδέν κακό, αμιγές καλού». Επειδή με δίδαξες με τον καλύτερο τρόπο πως μπορεί κι εσύ να κλαις, μα όχι για πάντα. Μπορεί κι εσύ να αρρωσταίνεις, μα γίνεσαι καλά. Με δίδαξες με τον καλύτερο τρόπο πως κι εσύ γερνάς, όπως ακριβώς κι εγώ! Επειδή με έμαθες να βλέπω τον κόσμο γύρω μου με διαφορετικά μάτια. Και νιώθω τυχερή, μπαμπά μου, που τα ξέρω πια όλα αυτά. Σε ευχαριστώ! (συνοδεύεται από χαμόγελο)

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.anagnwstes&id=5181

*Η Μαρία Δασκαλάκη γεννήθηκε το 1982 στο Ηράκλειο, Κρήτης. Είναι Αρχειονόμος- Βιβλιοθηκονόμος. Συντονίζει λογοτεχνικές ομάδες παιδιών, διδάσκει ζωγραφική και αρθρογραφεί στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ». Είναι μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, ενώ το 2008 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα για παιδιά: «Το μυστικό της Ασπασίας». Το δεύτερο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ: «Μυστική αποστολή: το μυστήριο του καμένου δάσους»

Δεν υπάρχουν σχόλια: