Διακοπές!

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Τα φιλιά πετάνε!


Τον "γνώρισα" (αν θέλετε βγάζετε τα εισαγωγικά) μόλις χθες στον Ηλεκτρικό. Ο Θεσσαλονικιός Γιάννης Καρατζόγλου. Με άρθρα, μελέτες και πολλές ποιητικές συλλογές. Ένα βιβλίο με την ποιητική διαδρομή του, ήρθε σταλμένο από τη Μαριλένα Πανουργιά των εκδόσεων Ίκαρος. Πηγαίος Κώδικας ο τίτλος του. Και βρέθηκα σε ένα μαγικό δάσος ποιημάτων. Ως τρελός χρυσοθήρας που ανακάλυψε την πιο πλούσια φλέβα χρυσού!
Το ένα πίσω από το άλλο με ταξίδευαν στο δικό τους κόσμο. Ούτε ένας στίχος περιττός!
Καλοκαίρια, φθινόπωρα, χειμώνες. Και σήμερα το πρωί διάβαζα και ξαναδιάβαζα τους στίχους για τα φιλιά μας που δεν χάνονται. Που υψώνονται στον ουρανό:

ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΠΕΤΑΝΕ

Τι να απογίναν τα φιλιά μας.
Σε ποια καινούργια χείλη να πετάξαν
ποιοι να τα γεύονται άραγε,
σε ποιο όνειρο μέσα να κυλούν.

(Γιατί το λέγαμε από τότε, δεν πεθαίνουν τα φιλιά.
Όταν κι η τελευταία φλογίτσα μιας αγάπης σβήσει,
εξακοντίζονται ψηλά, πολύ ψηλά στον ουρανό,
γυρίζουν φανερά γύρω απ΄ το φεγγάρι
και επιστρέφουν σε νέες αγάπες)

Τα βρήκα και στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα του Γιάννη Καρατζόγλου Όπως και τα δυο ποιήματα που ακολουθούν είναι από τη συλλογή Διαβατήρια.

Η ΦΑΡΣΑ

Πέρασαν χρόνοι, αλλά οι κινήσεις θύμιζαν την "άλλη εποχή"
παρόμοιες στύσεις σε παράγωγα δρομάκια, παρεμφερείς τριβές
σε τοίχους, πίσω από θυρόφυλλα, σχεδόν ίδια λόγια, ψίθυροι
χαμηλοί και τέλος ασθενικές κραυγές σε ίδια άνοιξη, οιστρογόνο.

Όμως όχι .Ήταν αλλιώς εκείνη η εποχή.

Τότε, στη μέση της πλατείας του κόσμου ένα αιώνιο φιλί
με έκθαμβους χιλιάδες θεατές κατέληξε σε μια κοινόχρηστη αυλή
ώσπου να πέσει καταρράκτης το γάλα της σπηλιάς σου
και μια απέραντα λευκή κραυγή σου φώτισε όλη την άνοιξη.

Ήταν αλλιώς.

Έτσι που δεν καταλαβαίνω αν ο δικός μας έρωτας,
αρνητικός ηλεκτρισμός,
ενέργεια γήινη, έλξη του ζώου, αντιστροφή θανάτου,
ένωνε τους αδένες μας τόσο μοναδικά, που έκτοτε
όποια άλλη άνοιξη γράφει παρόμοια ιστορία να φαίνεται
σαν επανάληψη με τη μορφή της πιο γελοίας φάρσας.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν.

Δηλαδή, πάντα τα φύλλα πέφτανε τούτη την εποχή,
οι μέρες μικρές, το φως λιγοστεύει, πρωί σκοτάδι ακόμα,
αρνιέσαι να φορέσεις μάλλινα, ελπίζεις σε μέρες γλυκές,
αλλά, φθινόπωρο. Τα φύλλα πάντα πέφτουν.

Αδήριτα φθινόπωρο. Κι αν δεν το λέγανε οι όψεις και τα χρώματα
το λέει το βάσανο της καθημερινής επιστροφής στα περασμένα
τους μίτους που πας να διασώσεις κι αυτοί ξεφτίζουν βαθμιαία
πέφτοντας με τις γκρι βροχές σε λασπωμένες μνήμες.

Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν. Σαπίζουνε τα φύλλα
στις μακρινές αλέες των βορείων πόλεων που συνήθισες
κι ένας κρύος αέρας τα παρασέρνει στα χαντάκια.

Φθινοπωριάζει . Η λέξη αγάπη σε έκπτωση.
Το μόνο μέλλον σου, χειμώνας.


Συγκλονιστικά είναι και τα ποιήματα της συλλογής ΔΞΘ, όπου με σπαρακτικό και αντιηρωϊκό τρόπο παρουσιάζεται η εποχή της δικατορίας και της σιωπής των πολλών...

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ

Δεν μίλησα, Γιάννη, δεν φώναξα
κοιμόμουνα κι εγώ τη χειμερία νάρκη
ανώριμος στο χρέος - πλην του έρωτα.

Κι ενώ σίδερα κρύβαν τ' αδέρφια μας
γνωστοί καί φίλοι λιγοστεύαν ένας ένας
πάλι δεν μίλησα - ομολογώ φοβόμουν.

Αύριο-μεθαύριο, δε γίνεται, θα ξεδιπλώσουν οι σημαίες,
θα μυρμηγκιάζουν οι πλατείες λευτεριά
μπράτσα υψωμένα θα φυτρώνουνε στους δρόμους
εγώ ξανά δεν θα μιλώ - πάλι θα νιώθω μόνος.

Γιατί θα ξέρω πώς δεν έβγαλα κανένα πιστοποιητικό
εξόν από δικαιολογίες: πώς όταν ξύπνησα ήταν πια αργά,
δεν είχα βρει κανέναν...


Να μιλήσω και για το Πρατήριο Καυσίμων; Έδωσα σε φίλους και διάβασαν κομμάτια... Μια συνάδελφος ήθελε να αντιγράψει κάποιους στίχους από το εκπληκτικό Ορισμός πρώιμης ευτυχίας :
Είχε πενήντα χρόνια άπλετα μπροστά του, γι' αυτό δνε καταλάβαινε
πως μπρος στο λιμανάκι με τις βάρκες μόλις γνώρισε
τον πλήρη, τον απόλυτο ορισμό μιας ευτυχίας
που δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγυρίσει...

Από εκεί και το ποίημα που ακολουθεί:

ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΡΜΑ

Εδώ πού φτάσαμε θέλω κάτι, να κρατήσω,
λίγο απ' τα φιλιά μας, λίγο απ' τα θραύσματα,
ας μείνει κάτι, έστω ανεπαίσθητο μες στην κοιλιά μου,
ή λίγα ζωντανά μικρόβια απ' την παρουσία σου.

Λέω, και πιστεύω, πόσο ο ερωτάς μας ήταν ανώφελος:
δεν τα κατάφερε, ας πούμε, να μη στείλουν τον Γιάννη στα νησιά,
δεν είχε να κάνει με το ξύπνημα της εργατιάς,
δε βοήθησε καν σε επίπεδο τοπικής ανταρσίας.

Μα τι τα θες, τα κανόνια κανόνια κι ή καρδιά καρδιά'
και να 'μαι εγώ, ικέτης της μνήμης σου, προσπαθώντας
να κλείσω στη χούφτα μου λίγη τελευταία περιγραφή σου
να ανασυνθέσω παλιά παιδικά μας παιχνίδια
να βρω κανένα ξεχασμένο σου γραμμάτιο πού έληξε
να το κρατήσω.


Ομολογώ πάντως την ιδιαίτερη συγκίνηση που μου χάρισαν τα πρώτα του ποιήματα από το πρώτο του βιβλίο Ένα Καλοκαίρι, που κυκλοφόρησε το 1970, όταν ο ποιητής ήταν μόλις 24χρονών

ΕΛΛΗ

Ύστερα έπεσε στη χούφτα μιας θάλασσας
πού οι γενιές την είπανε Ελλήσποντο'
από τότε δίνω τ' όνομα της στη δίψα
τον έρωτα υπογράφω με τ' όνομα της
και την μετά σιωπή, πού μας μαραίνει.

Χέρι με χέρι γράφουν οι παράνομοι στους τοίχους
Έλλη, Ελλήσποντος, Ελλάς, Ελευθερία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Φυσάει βαρδάρης γέρνει τη φωνή σου
θρυμματισμένη μνήμη στην πόλη πού αγαπήσαμε
κουβέντες καθημερινές χαμόγελα αφές
από τετραγωνικά εκατοστά του δέρματος σου.

Φυσάει αέρας και σκορπίζει τη ματιά σου
μέσα στη μνήμη - ό,τι σου 'δωσα και πήρα - μόνο
η καταχώρηση στο ημερολόγιο νωπή σχεδόν γραφή,
κι αυτή θ' αρχίσει λίγο λίγο να ξεθωριάζει.

2 σχόλια:

stefania veldemiri είπε...

Ευχαριστούμε και καλημέρα. Να δω πως θα οδηγήσω μέχρι το Ανατολικό και την πάνω γέφυρα πετώντας. Ξεκινώ.

kostasst είπε...

...έρχεται όμως τριήμερο! Καλημέρα στη Θεσσαλονίκη των ποιητών (και των ζωγράφων)