Διακοπές!

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Το γκρεμισμένο θεατράκι και ο Ορχάν Παμούκ

Το κείμενο αυτό στην αρχική του μορφή γράφτηκε στο Δρόμο με αφορμή την επίσκεψη του Ορχάν Παμούκ και την ομιλία του στο Μέγαρο Μουσικής...
Εδώ το παρουσιάζω με λίγες αλλαγές.


Το γκρεμισμένο θεατράκι και ο Ορχάν Παμούκ

…κατάλαβα πόσο μοιάζει η κατεδάφιση με την απώλεια μνήμης, που συνηθίζει κανείς σιγά σιγά…
…Με τις κατεδαφίσεις ξεχνάμε και τις πόλεις. Στην αρχή ξεχνάμε μια ανάμνηση, όμως προσπαθούμε αν θυμηθούμε επειδή ξέρουμε ότι ξεχνάμε. Έπειτα ξεχνάμε ότι ξεχνάμε και η πόλη παύει να μας θυμίζει τον εαυτό της…

Ορχάν Παμούκ, Άλλα Χρώματα

…Βγήκα από το μετρό και βρέθηκα μπροστά στο πρώην Πάρκο Ελευθερίας… Θα μου πείτε γιατί το λέω πρώην… Για όσους το ζήσαμε κάποτε, π.Μ. (προ Μεγάρου) μόνο πάρκο δεν είναι. Και, βεβαίως, δεν έχει καμία σχέση με την Ελευθερία!
Η πόλη χάνει τη μνήμη της και μαζί τη χάνουμε κι εμείς… Θυμήθηκα ένα φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου που είχα δει στο υπαίθριο θεατράκι του πάρκου πριν το κατεδαφίσει το κράτος του Λαμπρακιστάν για να υψώσει το μνημείο στη Δόξα του στους αιώνες των αιώνων…
Για πολλά χρόνια αρνιόμουν να πάω στο Μέγαρο, χάνοντας ακόμη και πραγματικά μοναδικές παραστάσεις. Και τώρα ακόμη δυσφορώ. Όμως, το βράδυ της Τρίτης 11 Ιανουαρίου θα μιλούσε ο Ορχάν Παμούκ. Είπα να βάλω «νερό στο κρασί μου» για να δω και να ακούσω τον συγγραφέα που με συγκλόνισε στο Χιόνι, ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα ποτέ. Μπήκα στους χλιδάτους προθαλάμους, όπου εκατοντάδες άνθρωποι περίμεναν από νωρίς να μπουν στη μεγάλη αίθουσα. Λαοθάλασσα. Όλοι αυτοί αγαπάνε τη λογοτεχνία;



Στο μυαλό μου στριφογύριζαν κομμάτια από τα Άλλα χρώματα το βιβλίο του Παμούκ που κυκλοφόρησε πρόσφατα και μας μυεί μέσα από άρθρα, δοκίμια και ομιλίες στον κόσμο του συγγραφέα.
Κυρίως σκεφτόμουν τα όσα έλεγε για τη μνήμη της Ισταμπούλ που χάνεται μέσα από τις κατεδαφίσεις των κτιρίων και την εισβολή του μπετόν. Δεν είναι, άραγε, λίγο οξύμωρο να μιλάει ο άνθρωπος που έχει γράψει τέτοιες σκέψεις, ο άνθρωπος που έχει υψώσει τη φωνή του εναντίον των εργολάβων που λυμαίνονται τη χώρα του μέσα σε αυτό το Μέγαρο-Μνημείο της αυθαιρεσίας κράτους και κεφαλαίου;
Η αίσθηση του οξύμωρου και του παράξενου μεγάλωνε ώρα με την ώρα, καθώς περιμέναμε τον συγγραφέα να φανεί. Κατάμεστη η αίθουσα με επικεφαλής celebrities των γραμμάτων και των τεχνών. Οι προβεβλημένοι συγγραφείς που κατακλύζουν τα έντυπα και οι δημοσιογράφοι που τους πλέκουν διθυράμβους, εικαστικοί και διευθυντές. Λίγοι πολιτικοί. Η Άντα Παπανδρέου (κανείς δεν την έκραξε)… Αλλά και κόσμος πολύς που σαφώς είχε έρθει για να ακούσει έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της εποχής μας.
Ένα τεράστιο «Μ» (του Μέγαρον Plus) κυριαρχούσε στην οθόνη που κάλυπτε όλη τη σκηνή. Κάτω από αυτό το Μ σε ένα τραπέζι ο Ορχάν Παμούκ μαζί με τον πρόεδρο του ΕΚΕΒΙ, συγγραφέα Τάκη Θεοδωρόπουλο, φαίνονταν να χάνονται. Να τους καταπίνει ο χώρος…



Περίμενα να ακούσω τι συμβαίνει στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα. Αντ’ αυτού επελέγη η παρουσίαση μέσω ερωταποκρίσεων που χαρακτηρίζονταν από τη γενικότητα και την αμηχανία. Αν είχες διαβάσει τα Άλλα χρώματα δεν άκουγες τίποτε καινούργιο…
Είχα μαζί μου ένα σημειωματάριο και για αρκετή ώρα δεν συμπλήρωνα τίποτα. Πιο ενδιαφέρουσες ήταν οι στιγμές που ο ίδιος διάβασε λίγο στα τουρκικά και περισσότερο στα αγγλικά αποσπάσματα από τα Άλλα χρώματα. Κείμενα που αφορούν την τρυφερή και αστεία σχέση με την κόρη του…
Γενικά, το γεγονός ότι η συζήτηση γινόταν στα αγγλικά, δυσκόλεψε το όλο εγχείρημα… Πάντως, σιγά-σιγά αναδύονταν κάποιες σκέψεις που δίνανε ένα διαφορετικό στίγμα…
«Κολυμπάμε ανάμεσα στις λέξεις και προχωράμε αναζητώντας το νόημα, το κίνητρο, το μυστικό κέντρο ενός μυθιστορήματος».
«Ενδιαφέρομαι για τη χώρα μου, κάνω παρεμβάσεις, αλλά δεν είμαι πολιτικό πρόσωπο. Το μυθιστόρημα δεν είναι αρένα για προπαγάνδα». Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας κράτησε τις αποστάσεις του και απέφυγε να τοποθετηθεί σε οτιδήποτε είχε «άρωμα πολιτικής».



Ζωντανή κουβέντα

Το πιο ενδιαφέρον μέρος της κουβέντας, τελικά, προέκυψε όταν δόθηκε ο λόγος στο κοινό. Τότε φάνηκε να ξυπνάνε όλοι!
Ο Παμούκ απάντησε με αμεσότητα και χιούμορ.
Μας είπε πώς γράφει και πότε θεωρεί ότι έχει γράψει μια καλή σελίδα, αλλά και για την ανυπομονησία του να προχωρήσει πιο κάτω, να τελειώσει το βιβλίο που γράφει. Μίλησε για τη σχέση του με τον μοντερνισμό, σατιρίζοντας με λεπτό τρόπο τον Οδυσσέα του Τζόις:
«Νομίζω πως πολλοί διαβάζουν τον Οδυσσέα για να πουν: Θεέ μου! Διαβάζω Τζόις και τον καταλαβαίνω! Και συγχαίρουν τον εαυτό τους γι’ αυτό. Εγώ δεν ξέρω τόσο καλά αγγλικά ούτε ιρλανδέζικα private jokes ώστε να τον καταλάβω…».
Μίλησε ακόμη για το γεγονός ότι η συγγραφή είναι επικοινωνία, πως χρησιμοποιεί στα βιβλία του αυτά που διαβάζει, «συχνά δανείζομαι ή κλέβω από άλλους συγγραφείς», είπε γελώντας. Γράφει, καθημερινά, μερικές σελίδες και του αρέσει αν τις δείχνει, όπως έκανε με τις ζωγραφιές του όταν ήταν μικρός… Αν επαναλαμβάνει κάποιες φορές τον εαυτό του μέσα σε ένα μυθιστόρημα αυτό το κάνει, γιατί και οι «συγγραφείς που του αρέσουν κάνουν το ίδιο». Εξομολογήθηκε πως στα 19 του ήθελε να γίνει ποιητής, αλλά απέτυχε. «Ο Θεός λένε πως ψιθυρίζει την ποίηση στα αυτιά των ποιητών. Εμένα δεν μου ψιθύρισε ποτέ κάτι. Γράφω μυθιστορήματα αναζητώντας να βρω τι θα μου έλεγε αν το έκανε…», είπε απαντώντας στην τελευταία ερώτηση…
Η αίθουσα άρχισε να αδειάζει. Ο κόσμος συνέρρεε για να του υπογράψει βιβλία. Κι εγώ θα το έκανα αν είχα ένα μαζί μου. Περίμενα περισσότερα, αλλά μάλλον από μόνος μου έβαλα ψηλά τον πήχυ. Πάντως, ένιωθα πως κάτι έλειπε. Πως μόλις είχα ζήσει μια αντίφαση. Πως τα βιβλία ζουν τη δική τους ζωή…
Βγήκα από το Μέγαρο και ξαναβρέθηκα στο πρώην πάρκο. Δίπλα μου πέρασε ένα αγοράκι με τη μαμά του. Κρατούσε ένα κόκκινο μπαλόνι (αλήθεια, δεν ψάχνω για φτηνά σύμβολα!). Για μια στιγμή σκέφτηκα πως ήταν στη διάλεξη και μου φάνηκε παράταιρο. Μετά όμως εμφανίστηκαν κι άλλα παιδάκια με πολύχρωμα μπαλόνια. Σκεφτόμουν πόσο πιο πολύ θα ταίριαζε να γινόταν αυτή η διάλεξη στο παλιό εξαφανισμένο υπαίθριο θέατρο. Χωρίς γραβάτες και επισήμους. Με πολλά μπαλόνια γύρω μας. Κόκκινα!



Ως επίλογο διαλέγω τα ίδια τα λόγια του Παμούκ, από την εκπληκτική ομιλία του στην τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ που περιλαμβάνεται στα "Άλλα Χρώματα"
Τίτλος της ομιλίας ήταν Η βαλίτσα του πατέρα μου.
Στο απόσπασμα που ακολουθεί, εξηγεί γαιτί γράφει:

...Γράφω γιατί νιώθω μια εσωτερική ανάγκη να γράψω. Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω μια κανονική δουλειά, όπως οι άλλοι άνθρωποι. Γράφω γιατί θέλω να διαβάζω βιβλία σαν κι αυτά που γράφω. Γράφω γιατί είμαι θυμωμένος με όλους. Γράφω γιατί μ’ αρέσει να κάθομαι σ’ ένα δωμάτιο όλη μέρα γράφοντας. Γράφω γιατί μπορώ να συμμετέχω στην πραγματική ζωή, μονάχα αλλάζοντάς την. Γράφω γιατί θέλω οι άλλοι, ολόκληρος ο κόσμος, να μάθουν τι ζωή ζήσαμε, και εξακολουθούμε να ζούμε, στην Ινσταμπούλ, στην Τουρκία. Γράφω γιατί αγαπώ τη μυρωδιά του χαρτιού, της μελάνης. Γράφω γιατί πιστεύω στη λογοτεχνία, στην τέχνη του μυθιστορήματος, περισσότερο απ’ ότι πιστεύω σε οτιδήποτε άλλο. Γράφω γιατί μου έγινε συνήθεια, πάθος. Γράφω γιατί φοβάμαι μήπως ξεχαστώ. Γράφω γιατί μου αρέσει η φήμη και το ενδιαφέρον που φέρνει το γράψιμο. Γράφω για να είμαι μόνος. Ίσως γράφω επειδή ελπίζω να καταλάβω γιατί είμαι τόσο πολύ, πολύ θυμωμένος με όλους. Γράφω γιατί μου αρέσει να με διαβάζουν. Γράφω γιατί άπαξ και ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο, μια παράγραφο, θέλω να την τελειώσω. Γράφω γιατί όλοι περιμένουν από μένα να γράφω. Γράφω γιατί έχω μια παιδιάστικη πίστη στην αθανασία των βιβλιοθηκών και κατά προέκταση των βιβλίων μου στο ράφι. Γράφω γιατί με ενθουσιάζει να μεταμορφώνω όλη την ομορφιά και τον πλούτο του κόσμου σε λέξεις. Γράφω, όχι για να πω μια ιστορία αλλά για να συνθέσω μια ιστορία. Γράφω γιατί θέλω να δραπετεύσω από το αίσθημα ότι υπάρχει ένας τόπος όπου πρέπει να πάω, αλλά – όπως σε όνειρο – δεν τα καταφέρνω. Γράφω γιατί ποτέ δεν κατάφερα να είμαι ευτυχισμένος. Γράφω για να είμαι ευτυχισμένος...

Δεν υπάρχουν σχόλια: