Διακοπές!

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Το Πορτοκαλί Παραμύθι



...αφήνουμε λοιπόν τις λαχταριστές μακαρονόπιτες και πιάνουμε τα χαρτιά και τα πινέλα. Η Στεφανία Βελδεμίρη ήδη ετοίμασε τις πρώτες ζωγραφιές και το Φθινοπωρινό -Πορτοκαλί μας Παραμύθι, ξεκινά από σήμερα...
Να σας πω ότι ετοιμάζουμε έκπληξη για τους φίλους των παραμυθιών, με έκθεση, μουσική και αφήγηση. Όταν θα τα έχουμε ρυθμίσει όλα, θα γράψω περισσότερα. Προς το παρόν πετάμε προς το πορτοκαλί φεγγάρι...

Το Πορτοκαλί Παραμύθι

Είδε ένα όνειρο…
Ήταν μέσα στο πορτοκαλί αυτοκίνητο…. Με τον μπαμπά και τη μαμά. Γύρω τους ακουγόταν μια παράξενη μουσική. Μια μοβ μουσική...
Με μπερδεμένα κόκκινα και κίτρινα παραμύθια μέσα της, έκλαψε με τα δάκρυα της χαράς. Σκούπισε με τα ακροδάχτυλά της τα χαρούμενα δάκρυα. Κοιτάζοντας τα χέρια της είδε πως ήταν πια... πορτοκαλί...

-Που πηγαίνουμε; Ρώτησε τη μαμά της
-Το Πορτοκαλί ταξίδι που ήθελες
-Ήξερε πως τον δρόμο που ενώνει την πορτοκαλένια πολιτεία του φεγγαριού με την μοβ νύχτα, τον έραψε πουλί ράφτης που χρόνια τώρα το έχει σκάσει από τη μοδίστρα του παλατιού...

Μπερδεμένο όνειρο. Δεν το κατάλαβε και πολύ καλά. Συνήθως εκείνη δεν καταλάβαιναν οι μεγάλοι. Όλοι θεωρούσαν παραξενιά την αγάπη της για το πορτοκαλί. «Μανία» την έλεγαν.
Από μωρό κιόλας της έλεγε η μαμά, είχε πιάσει μια πορτοκαλί κουδουνίστρα στα χέρια της και δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Αρνιόταν να φορέσει ρούχα που δεν είχαν κάτι πορτοκαλί. Δεν έτρωγε τίποτα που αν είχε άλλη απόχρωση.
Μέχρι οι γονείς της να τα καταλάβουν όλα αυτά, έδωσε μεγάλες μάχες. Το ξέρει πως κόντεψε να τους τρελάνει. Μα δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς!

Νυχοπατώντας μέσα στο σκοτεινό και σιωπηλό σπίτι, πήγε στη κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και κοίταξε το ράφι της: Πήρε ένα καρότο, γέμισε ένα ποτήρι με πορτοκαλάδα και βγήκε στο μπαλκόνι. Ένα μισό πορτοκαλί φεγγάρι έγερνε στο βάθος του ουρανού… Αύριο θα πήγαιναν ταξίδι.
Οι βαλίτσες τους περίμεναν υπομονετικά στο χολ να ξημερώσει. Η δικιά της πορτοκαλιά –τι άλλο;
Πρώτη φορά θα πετούσε με αεροπλάνο στη ζωή της. Πρώτη φορά θα έβγαινε από τη χώρα. Θα πετούσαν μέχρι την Ισπανία –ο μπαμπάς της την έδειξε στο χάρτη και της έλεγε ιστορίες για ποιητές, ζωγράφους και ταυρομάχους. Θα νοίκιαζαν αυτοκίνητο (το διάλεξε η ίδια στο Ίντερνετ και ήταν ένα καταπληκτικό και γυαλιστερό πορτοκαλί Volkswagen) και θα πήγαιναν σε πόλεις μαγικές, όπως έλεγε η μαμά. Και βέβαια θα πήγαιναν και στην Πορτογαλία –«Πορτοκαλία» επέμενε να τη λέει η ίδια. Και πίστευε ότι αυτός ο Λόρκα που αγαπούσε τόσο η μαμά και είχε το πιο όμορφο βλέμμα που είχε δει, ήταν οπωσδήποτε «Πορτοκάλος». Γιατί ποιος άλλος θα μπορούσε να γράψει ένα τόσο όμορφο τραγούδι για μια πορτοκαλιά;
«Στην πορτοκαλιά από κάτω πλένει τα βαμβακερά/ πράσινα έχει τα μάτια κι η φωνή της βιολετιά»

Γιατί τα μάτια της μαμάς συννέφιαζαν, όταν άκουγε το τραγούδι; Γιατί της έσφιγγε το χέρι ο μπαμπάς;

Η Μαριάννα ήπιε την τελευταία της γουλιά, έριξε ακόμη μια ματιά στο φεγγάρι και πήγε να κοιμηθεί…

…Συνεχίζεται…

2 σχόλια:

stefania veldemiri είπε...

Μόλις είχα τρίψει καλά καλά τα χέρια μου να φύγουν οι μπογιές και είπα να καθαρίσω το σπίτι, πέφτω πάνω στο πορτοκαλί παραμύθι. Κι έτσι αναβάλλεται η καθαριότητα για το υπέροχο αύριο που πάντα χωράει τα πάντα και ότι περισσεύει από το κάθε σήμερα. Στην πορτοκαλιά από κάτω πλένει τα μπαμπακερά της... ξεκινάω...

kostasst είπε...

...στο ένα χέρι το κουτάλι στο άλλο το πινέλο!