Διακοπές!

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Το Λευκό Παραμύθι


Ζωγραφιές: Στεφανία Βελδεμίρη 
Κείμενο: Κώστας Στοφόρος


Τον Σοκοφλή -όπως μάλλον θα καταλάβατε- στην πραγματικότητα τον λένε Σοφοκλή. Όταν όμως ήταν μικρός και κρατούσε στο χέρι του συνέχεια μια άσπρη σοκολάτα, όποτε κάποιος τον ρωτούσε πως τον λένε, απαντούσε «Σοκοφλή». Έτσι τον φωνάζουν πια όλοι οι φίλοι του! 
Κι επειδή κι εγώ νιώθω φίλος του, δεν θα τους το χαλάσω και θα τον λέω Σοκοφλή, όσο κι αν με διορθώνει η κόρη μου όταν της λέω την ιστορία. 

(Μόνο τον Σοκοφλή και τον Τρελαντώνη ανέχεται από αγόρια- ήρωες. Γιατί συνήθως θέλει να ακούει ιστορίες που να έχουν τουλάχιστον μία πριγκίπισσα. Για να μην πω δύο!)

Ο Σοκοφλής ο ίδιος μοιάζει με παγωτατζή έτσι που φοράει άσπρο μπλουζάκι και άσπρο παντελόνι. Η μαμά του είναι απελπισμένη. Στο σπίτι έχουν τρία πλυντήρια και μια ντουλάπα λευκές αλλαξιές γιατί -όπως καταλαβαίνετε- τα άσπρα ρούχα του Σοκοφλή λερώνονται συνεχώς και δεν προλαβαίνουν να τα πλένουν. 
Ο Σοκοφλής θα μπορούσε να τρέφεται μόνο με γάλα και παγωτό κρέμα. Λατρεύει ότι είναι άσπρο, δεν αντέχει ότι χαλάει τη λευκότητα στο φαγητό. Νερό δεν πίνει ποτέ γιατί είναι άχρωμο. Να μην πούμε για πορτοκαλάδες και χυμούς: Τίποτα. Φίλοι και συγγενείς απορούν…
Κάθε μέρα ρύζι στον ατμό ή πουρές πολύ αραιωμένος. Ρυζόγαλο και κρέμα. Μακαρόνια με κρέμα γάλακτος, τυρί φέτα, κατίκι, γιαούρτι, ξυνόγαλο…
Κατά τα’ αλλά είναι ένα ήρεμο παιδί χωρίς παραξενιές που λατρεύει το χιόνι και τις Λευκές Νύχτες στα καλοκαίρια του Βορρά.
Ποτέ δεν είναι τόσο ευτυχισμένος ο Σοκοφλής όσο όταν βουτάει στο παχύ άσπρο χιόνι, όταν κάνει σκι ή τρέχει με έλκηθρο…Όταν παίζει χιονοπόλεμο… Όταν φτιάχνει τους πιο όμορφους χιονανθρώπους που έχετε δει! Χιονάνθρωποι βγαλμένοι απ’ όλα τα παραμύθια…
Αυτό αρέσει και στην κόρη μου: Ο Σοκοφλής (καμιά φορά τον φωνάζουν και σκέτο «Σόκο») φτιάχνει τέλειες Άριελ, Πεντάμορφες και φυσικά Χιονάτες. Εννοείται πως η Χιονάτη είναι από τα πιο αγαπημένα του παραμύθια. Ονειρεύεται κι αυτός να βρει κάποτε ένα κοριτσάκι με δέρμα άσπρο σαν το χιόνι…
Να όμως που βρίσκονται μπροστά στον χαμογελαστό Βέσα που μοιάζει με αγαθό γίγαντα. Χωρίς να τους ρωτήσει γεμίζει ένα χωνάκι με παγωτό κρέμα για τον Σοκοφλή και φράουλα –σοκολάτα- κρέμα για τη Σελίνα, που αγαπάει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλά στο παγωτό διαλέγει πάντα το κόκκινο- άσπρο –καφέ….
Πήραν λοιπόν τα παγωτά τους και κάθισαν στην άκρη της εξέδρας. Έβγαλαν τα παπούτσια τους και βουτούσαν τα πόδια τους στη θάλασσα.
-Τι λες, πάμε για ψάρεμα μετά; Ρώτησε η Σελίνα
-Ναι! Ναι!! Είπε ενθουσιασμένος ο Σοκοφλής, που του άρεσαν πολύ τα μεγάλα ψάρια με τη λευκή σάρκα τους, αφού καθάριζε σχολαστικά την πέτσα. Και καλύτερος ψαράς από τη Σελίνα δεν υπήρχε! Μάζευαν σκουλήκια στα χωράφια, τα δόλωναν και μετά… Γινόταν το πανηγύρι του ψαρά. Περήφανοι τάιζαν τους γονείς και τ’ αδέλφια τους. Δεν ήθελαν κανείς να ανακατεύεται. Μόνοι τους καθάριζαν τα ψάρια, μόνοι τους τα έψηναν, μόνοι τους τα σερβίριζαν.
Όποτε η Σελίνα έπιανε κάποιο μεγάλο ψάρι το έκαναν καπνιστό, με τον τρόπο της χώρας του Βορρά.
Μέσα σε ένα μεγάλο σιδερένιο κουτί έβαζαν ροκανίδια από μυρωδάτα ξύλα και τα άναβαν. Έβαζαν το ψάρι πάνω σε μια σχάρα και έκλειναν το κουτί. Ήθελε κάποιες ώρες για να γίνει. Κάθονταν τότε μαζί περιμένοντας, πλάι- πλάι στη ξύλινη βεράντα κοιτούσαν τη θάλασσα να λαμπυρίζει ανάμεσα στα δέντρα και μιλούσαν ασταμάτητα…




...Οι μέρες των διακοπών τελειώνουν. Καθώς με τα δάχτυλα των ποδιών σχηματίζουν κύκλους στο νερό, δεν μιλάνε πια. Τελειώνουν το παγωτό τους. Το καλοκαίρι θα φύγει γρήγορα και θ’ αρχίσει ο μακρύς χειμώνας του Βορρά. Ο Σοκοφλής θα εξακολουθεί να ζει στο ζεστό Νότο, όπου ο χειμώνας θ’ αργήσει να δείξει τα δόντια του, αλλά στη χώρα της Σελίνας με τις 1000 λίμνες θα είναι πια μόνο νύχτα…
Κρατιούνται από το χέρι και ο ένας μπαίνει στη σκέψη του άλλου. Μελαγχολούν… Σηκώνονται και παίρνουν το δρόμο για τον παλιό εγκαταλειμμένο σταθμό του τρένου. Ο ήλιος περνά μέσα από πανύψηλα καταπράσινα δέντρα. Αφριοφράουλες και φραγκοστάφυλα σκορπάνε μια γλυκιά ευωδιά. Υπάρχει μια μοναδική σιωπή. Ξαφνικά ένα αεράκι φυσά και γεμίζει με «κλέφτες» τον ουρανό. Απλώνουν τα χέρια να τους πιάσουν. Γελάνε και πάλι. Μόνοι τους μέσα στο δάσος. Τρεις –τέσσερις τάρανδοι που πίνουν νερό σε μια λιμνούλα γυρνούν ήσυχα και τους κοιτάζουν…
Περνάνε μπροστά από ένα ξύλινο κόκκινο σπιτάκι.



Μια ταμπέλα κρέμεται στη μπροστινή βεράντα. Εκεί με καλλιγραφικά γράμματα, μέσα σε ζωγραφισμένα λουλούδια, διαβάζει κανείς: Ison Tapiolan - Hammaslääkärit.

Hammaslääkärit: Τι λέξη κι αυτή! Ο Σοκοφλής δεν μπορεί ούτε να την προφέρει, όμως ξέρει τι σημαίνει: Οδοντίατρος.

Όσο για το όνομα, ξέρει και να το προφέρει, αλλά κάνει και αστεία μ’ αυτό, που προσπαθεί να τα εξηγήσει και στη Σελίνα:
Ο Ίσον Ταπι –νει-όλαν, δηλαδή = (ίσον) τα πίνει όλα! Κι αν σκεφτείτε ότι ο οδοντίατρός μας ήταν συνεχώς με ένα μπουκάλι μπύρα στο χέρι, μάλλον θα δώσετε δίκιο στο Σοκοφλή! Πάντως η Σελίνα έλεγε πως είχε «ελαφρύ χέρι» και ήταν όχι μόνο ο καλύτερος οδοντίατρος, αλλά ο καλύτερος γιατρός σε όλη τη χώρα! Άσε που έλεγε τις πιο όμορφες ιστορίες…
Η Σελίνα συχνά έλεγε πως την πονάνε τα δόντια της, μόνο και μόνο για να την πηγαίνουν οι γονείς της στον Ίσον. Αυτός τα καταλάβαινε όλα κι ήξερε πότε η Σελίνα πονούσε στα ψέματα. Τότε της έκανε έναν «καθαρισμό» με κάτι ωραία φάρμακα που έκαναν το στόμα της δροσερό για μέρες και της έλεγε τα παραμύθια του….
…Έκαναν το γύρο του σπιτιού και βρήκαν τον Ίσον να κάθεται και να λιάζεται στην κουνιστή του πολυθρόνα με μια μπύρα στο χέρι. Χωρίς να σηκωθεί τους έκανε νόημα να καθίσουν…




Έμοιαζε με Άγιο Βασίλη ντυμένο στα λευκά. Στρογγυλός –στρογγυλός με κάτασπρη γενειάδα και κόκκινα μάγουλα. Χαμογελούσε συνέχεια και είχε μια βροντερή φωνή. Μιλούσε μόνο Λαπινκουλντιανά και η Σελίνα μετάφραζε συνέχεια ψιθυριστά στο Σοκοφλή. Όμως ο Σοκοφλής είχε την εντύπωση πως ο Ίσον καταλάβαινε όλες τις γλώσσες. Ακόμη και τα Ελληνικά. Έκανε πως δεν ήξερε τίποτε άλλο. Ποιος ξέρει γιατί!

Η Σελίνα περίμενε πως θα τους έλεγε κάποια από τις ιστορίες του, όμως ο Ίσον αντί να συνεχίσει να πίνει τη μπύρα του, σηκώθηκε βαριανασαίνοντας και πήγε στο σπιτάκι του. Μπήκε από την πίσω πόρτα και βγήκε ύστερα από λίγο κουβαλώντας ένα ειδικό σακίδιο. Η Σελίνα είπε στο Σοκοφλή πως το είχε φτιάξει ο ίδιος ο Ίσον και κρατούσε παγωμένες τις μπύρες του όταν ήθελε να πάει κάποια βόλτα…

-Έμαθα πως φεύγεις, είπε με τη βαριά φωνή του στα Λαπινκουλτιανά, απευθυνόμενος στο Σοκοφλή. Πριν φύγεις όμως θέλω να δεις κάτι!
Η Σελίνα μετάφρασε. 
Τα δυο παιδιά ακολούθησαν τον Ίσον που βιαστικός πήρε το δρόμο για τον παλιό σταθμό.
-Σήμερα είναι η μέρα, μονολογούσε.



Ο καιρός αλλάζει απότομα στο Βορρά… Μια πυκνή ομίχλη άρχισε να απλώνεται ξαφνικά καθώς έφτασαν στο σταθμό με τις χορταριασμένες ράγες. Όλοι οι ήχοι είχαν σβήσει μέσα στο πουπουλένιο πρωινό.

Πέρασε λίγη ώρα χωρίς να μιλά κανένας. Και τότε…

…Δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Ακούστηκαν ένα, δυο, τρία σφυρίγματα τρένου και ο ήχος μιας ατμομηχανής που πλησίαζε… 


Μέσα από την ομίχλη φάνηκε το τρένο, που σταμάτησε μπροστά στα παιδιά και τον Ίσον. Είχε μια ατμομηχανή κι ένα μόνο βαγόνι. Δεν είδαν κανέναν. Η πόρτα του βαγονιού όμως άνοιξε μόνη της και ο Ίσον τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Χωρίς να το σκεφτούν στιγμή ανέβηκαν τη μικρή σκαλίτσα και βρέθηκαν στο βαγόνι.
Μα τι βαγόνι ήταν αυτό! Σαν ένας μεγάλος παιδότοπος… Λευκοί καναπέδες, μαξιλάρια και χαλιά, παιχνίδια και στο βάθος ένας πάγκος με τούρτες και αναψυκτικά.
Ο Σοκοφλής όμως σαν μαγεμένος, χωρίς να μιλά, πλησίασε προς την άκρη του βαγονιού. Ήταν ένας πίνακας και μπροστά του κάποιος είχε βάλει άσπρα γαρίφαλα. Ο Σοκοφλής σήκωσε ένα και το κράτησε μπροστά στον πίνακα. Η Σελίνα δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν…




-Μα αυτό το έχω δει στο όνειρό μου μονολόγησε ο Σοκοφλής. Ένα πιάνο με βαμμένα πλήκτρα από το γαλάζιο ως το βαθύ μπλε, γύρω πουλιά, ένα αγόρι που διάβαζε ένα βιβλίο που έγραφε «Η σκισμένη σελίδα της ιστορίας» κι ένα κορίτσι που του πρόσφερε ένα άσπρο γαρίφαλο…

Ο Ίσον τους κοιτούσε με ένα αινιγματικό χαμόγελο, καθώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή το τρένο ξεκίνησε. Από τα παράθυρα φαινόταν μόνο λευκή ομίχλη… Κι ύστερα ένιωσαν πως το τρένο απογειωνόταν. Βγήκαν από την ομίχλη για να βρεθούν στον καταγάλανο ουρανό. Αυτό μόνο για λίγο, γιατί δεν άργησαν να μπουν σε ένα σύννεφο που όχι μόνο έμοιαζε, αλλά και μύριζε σαν κρέμα σαντιγί.

Ο Σοκοφλής είχ εμείνει με το γαρίφαλο στο χέρι, όταν τον φώναξε η Σελίνα. Ήταν σα να έβγαινε από όνειρο. Μόνο τότε κοίταξε γύρω του και κατάλαβε πως πετούσαν. Η φίλη του ήταν γονατισμένη στο λευκό χαλί και τον φώναζε:
-Έλα! Κοίτα έχει μια ζωγραφιά κι ένα γαρίφαλο!
-Κάποιος νομίζω σας έχει αφήσει μήνυμα, είπε μιλώντας για πρώτη φορά ο Ίσον.
Ο Σοκοφλής έσκυψε δίπλα στη Σελίνα. Τι είναι αυτό;
-Σίγουρα το έχει ζωγραφίσει κορίτσι, είπε με βεβαιότητα η Σελίνα. Τι θέλει να μας πει όμως; 
Ο Ίσον γονάτισε κι αυτός δίπλα τους και άνοιξε την τσάντα του. Έβγαλε ένα μπουκάλι μπύρα, ξεβίδωσε το καπάκι και ήπιε μια γερή γουλιά.
-Πριν σας πω για το μήνυμα, θα σας πω μια αλήθεια για μένα. Σοκοφλή το ξέρω πως με λες ο Ίσον Που Τα-Πίνει-Όλα…
Ο Σοκοφλής πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Ίσον τον έκοψε:
-Έλα δεν πειράζει κι εγώ έβγαζα αστεία ονόματα στους μεγάλους όταν ήμουνα μικρός. Να τη θεία μου την Τούγια Πόρας τη φώναζα Πέ-Τούγια Πόρτας. Για να μη σου πω άλλα χειρότερα! Όμως το μυστικό μου, αλλά δεν θέλω να το πείτε σε κανένα, είναι πως σιχαίνομαι τη μπύρα… Είναι πικρή και αηδιαστική!
-…μα τότε, πήγε να πει η Σελίνα
-…Τότε γιατί την πίνω; Το ξεκίνησα όταν πήγαινα στο σχολείο για να κάνω το μεγάλο. Μετά ήθελα να κάνω τον «μάγκα» στους φίλους μου και έλεγα πως μπορώ να πιω περισσότερο από τον καθένα. Κι όταν μεγάλωσα κάνοντας πως πίνω πολλές μπύρες, όλοι νόμιζαν πως όταν μιλούσα ή έπαιζα ήμουνα λίγο μεθυσμένος κι έτσι δικαιολογούσαν τις τρέλες μου! Στην πραγματικότητα δεν ήπια ποτέ γουλιά! Γεμίζω τα μπουκάλια με νερό με φυσαλίδες και πίνω από αυτό!
Τα παιδιά κοιτούσαν έκπληκτα τον Ίσον. 
Το πιο παράξενο όμως είναι ότι ενώ ο Ίσον όλα αυτά τα έλεγε στα Λαπινκουλντιανά, ο Σοκοφλής καταλάβαινε κάθε λέξη του! Δεν πρόλαβε όμως να πει τίποτε γιατί ο Ίσον πήρε στα χέρια του τη ζωγραφιά- μήνυμα κι άρχισε πάλι να μιλά:
-Είναι ξεκάθαρο: Θα πρέπει να περάσουμε από τη χώρα των καλαμποκιών. Να βλέπετε τον πέτρινο φράχτη, το σπιτάκι και τις καλαμποκιές, δίπλα στο χαμογελαστό κορίτσι;
Κοίταξαν κι οι δυο με απορία τη ζωγραφιά: Εντάξει το σπιτάκι και ο φράχτης, μα οι καλαμποκιές;



Ο Ίσον λες και διάβαζε τη σκέψη τους είπε:

-Να δείτε τη ζωγραφιά με τα μάτια της ψυχής σας, όπως ακριβώς τη ζωγράφισε και το κοριτσάκι. Αλλά μη μου πείτε πως δεν βλέπετε και τις πεταλούδες;

-Τις βλέπουμε! Είπαν κι οι δυο με μια φωνή.
Είναι μια οικογένεια από λευκές ανθρωποπεταλούδες.


Ζουν σε μια χώρα πάνω από το Βόρειο Πόλο, όπου υπάρχει αιώνια Άνοιξη. Πρέπει να περάσεις από εκεί για να φτάσεις στη Χώρα της Καρδούλας. 
-Της Καρδούλας; Ρώτησε δυνατά ο Σοκοφλής
-Να δεν βλέπεις; Έχει ζωγραφίσει τη φετινή Βασίλισσα, την Πριγκίπισσα και τη φίλη της.
-Τη φετινή Βασίλισσα; Ήταν η σειρά της Σελίνας να ρωτήσει. 
Ξέρετε η Σελίνα λάτρευε τις ιστορίες με Πριγκίπισσες και Βασίλισσες…
-Ναι, τη φετινή απάντησε ο Ίσον. Στη Χώρα της Καρδούλας κάθε χρόνο βγάζουν καινούργια Βασιλική Οικογένεια. Διαλέγουν την πιο αγαπημένη οικογένεια της χρονιάς και την ανεβάζουν στο θρόνο. Μόνο όποιος αγαπάει μπορεί να κυβερνήσει, λένε. Οι άλλοι, αργά ή γρήγορα γίνονται τύραννοι. Μα ακόμη κι ο πιο καλός άνθρωπος αν μείνει για καιρό βασιλιάς χαλάει . Γι’ αυτό τους αλλάζουν κάθε χρόνο…
-Μα που τα ξέρεις όλα αυτά; ρώτησε πάλι η Σελίνα…
-Αυτό δεν θα σας το πω τώρα!
-Και ποιος άφησε το μήνυμα και γιατί; Ρώτησε ο Σοκοφλής
-Αυτό θα το ανακαλύψετε μόνοι σας! Σας αφήνω λίγο. Πάω να δώσω οδηγίες στον Μηχανοδηγό. 


Ο Ίσον έκλεισε την πόρτα πίσω του και τα δυο παιδιά έμειναν μόνα τους στο βαγόνι. Δεν πρόλαβαν ούτε να μιλήσουν για την παράξενη κατάσταση κι ένιωσαν πως το τρένο προσγειωνόταν. Πήγαν να κοιτάξουν από το παράθυρο. Κάτω τους απλώνονταν λιβάδια με κατάλευκα λουλούδια, σα να ήταν χιονισμένα. Στη μέση μόνο του ένα κόκκινο σπιτάκι. Από την καμινάδα του έβγαινε αντί για καπνό, παγωτό χωνάκι…
-Πραγματικός «πύραυλος», είπε ο Σοκοφλής, καθώς είδε το παγωτό χωνάκι να υψώνεται στον ουρανό και να περνά με ταχύτητα μπροστά από το παράθυρο του τρένου.
Η Σελίνα πάλι είχε απορροφηθεί να κοιτάζει κάτι παράξενα φτερωτά χρυσόψαρα που πετούσαν στον ουρανό.
-Επόμενη στάση, Χρυσοψαρούπολη. Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να αποβιβαστούν για πικ νικ. Ο συρμός θα παραμείνει στο σταθμό για την επόμενη ώρα. Ο μηχανοδηγός και το πλήρωμα του τρένου σας εύχονται μια ευχάριστη διαμονή…
Το τρένο προσγειώθηκε δίπλα στο κόκκινο σπίτι, που όπως φαίνεται ήταν ο σταθμός. Μόλις κατέβηκαν βρήκαν να τους περιμένει ένα μεγάλο καλάθι. Επάνω υπήρχε μια ταμπελίτσα: Καλάθι για πικ νικ. Προσοχή κατά τη μεταφορά.
Ο Σοκοφλής και η Σελίνα το έπιασαν από τα δυο χερούλια και πήγαν για το λιβάδι. Κάθισαν ανάμεσα στα κατάλευκα λουλούδια και το άνοιξαν. Πάνω –πάνω υπήρχε ένα άσπρο τραπεζομάντιλο που η Σελίνα το πήρε και το άπλωσε κάτω.




Ο Σοκοφλής που πεινούσε πολύ πήρε ένα παγωτό βανίλια και το εξαφάνισε στο λεπτό. 

Μέσα στο καλάθι υπήρχαν όλα τα καλά σε άσπρο χρώμα:

Μυρωδάτος πουρές, μακαρόνια με κρέμα γάλακτος, μπουκάλια με γάλα και ξινόγαλα, γιαούρτι και τζατζίκι, σουβλάκια κοτόπουλου με χαλούμι, κομμάτια τυρί φέτα, ρύζι στον ατμό…
Τα άπλωσαν στο τραπεζομάντιλο και ρίχτηκαν στο φαγητό με απίστευτη όρεξη. 
Τα χρυσόψαρα πετούσαν χαρούμενα γύρω τους. Τα τάιζαν με κομματάκια άσπρου ψωμιού, που πολύ τους άρεσαν…





Όταν τα παιδιά μάζεψαν τα πράγματα, τα χρυσόψαρα ήρθαν κουβαλώντας ένα τεράστιο λευκό γαρίφαλο που το πρόσφεραν στο Σοκοφλή. Η μυρωδιά του ήταν κα-τα-πλη-κτι-κή.

Τότε το τρένο σφύριξε μια φορά και τα παιδιά βιάστηκαν να πάνε στο Σταθμό. Η ώρα είχε περάσει.

Όταν ανέβηκαν στο βαγόνι η πόρτα έκλεισε μόνη πίσω τους και από το μεγάφωνο ακούστηκε:
-Επόμενη στάση Χώρα των Πεταλούδαν. Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να ξεκουραστούν…. Τους θέλουμε φρέσκους –φρέσκους στο ταξίδι μας! Ο μηχανοδηγός και το πλήρωμα σας εύχονται έναν ύπνο γεμάτο όμορφα όνειρα. Τα φώτα θα χαμηλώσουν…
Τα φώτα χαμήλωσαν και μια όμορφη νανουριστική μουσική άρχισε ν’ ακούγεται. Τα παιδιά ξάπλωσαν στους μαλακούς καναπέδες και σιγά- σιγά αποκοιμήθηκαν….





…Το τρένο περνώντας μέσα από ένα σύννεφο βάφτηκε κάτασπρο, λες κι είχε βουτήξει σε κουβά με μπογιά… Συνέχιζε να βγάζει τον μπαμπακένιο καπνό του. Ενώ τα παιδιά κοιμόντουσαν, μικρές κόκκινες καρδούλες πετούσαν γύρω με τα άσπρα σγουρά φτεράκια τους, ενώ δεκάδες μισοφέγγαρα καθρεφτίζονταν στον ουρανό, φυλάγοντας τον ύπνο των παιδιών.

Το τρένο άρχισε να προσγειώνεται και μια απαλή φωνή ακούστηκε από τα μεγάφωνα:

-Παιδιά ξυπνήστε σιγά –σιγά. Φτάνουμε!



Σηκώθηκαν κι έτριβαν τα μάτια τους. Ο Σοκοφλής γέμισε δυο ποτήρια γάλα που τα ήπιαν μονορούφι. Από το τζάμι είδαν απαλές νιφάδες να γεμίζουν τον ουρανό. Όλα κάτω ήταν κατάλευκα. Το τρένο ήσυχα- ήσυχα προσγειώθηκε. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Μια απόκοσμη σιωπή βασίλευε….



-Χώρα Ανθρωποπεταλούδων. Θα παραμείνουμε για λίγη ώρα. Ντυθείτε ζεστά. Μικρή αναπάντεχη χιονόπτωση. Οι ανθρωποπεταλούδες είναι στις φωλιές τους. Θα τις συναντήσετε κατά την επιστροφή σας. Καλή διασκέδαση!



Όταν έσβησε κι η φωνή από τα μεγάφωνα ντύθηκαν με τα ρούχα που βρήκαν να τους περιμένουν σε μια ανοικτή ντουλάπα και βγήκαν έξω.

Ήταν τέλεια. Ένα έλκηθρο τους περίμενε κι ανέβαιναν πότε ο ένας και πότε ο άλλος επάνω…




Στο τέλος ο Σοκοφλής το έσερνε προς μια πόλη με σπίτια που έμοιαζαν έρημα. Ένα μοναχικό πουλάκι τους χαιρέτησε και η Σελίνα του χάρισε ένα φωτεινό χαμόγελο.

Τότε το πουλί τους ψιθύρισε στο αυτί το μυστικό του πετάγματος. Η Σελίνα και ο Σοκοφλής κουνώντας τα χέρια τους, πετούσαν σαν πουλιά. Όμως ένα ακόμη δώρο περίμενε τη φίλη μας. Ένα κόκκινο μπαλόνι καρδιά.

-Θα σου χρειαστεί εκεί που πάτε, είπε αινιγματικά το πουλί με ανθρώπινη λαλίτσα.
Τους χαιρέτησε και έφυγε πετώντας.





-Αιωρούμαστε στην παγωνιά με ζεστή καρδιά. Έτσι λες να νιώθουν οι χιονονιφάδες Σοκοφλή; ρώτησε η Σελίνα

-Δε με νοιάζει, είναι τρεεεεεεεελλα!!!



Μια μουσική, ένα βαλς από χιλιάδες τιτιβίσματα πουλιών απλώθηκε στον αέρα κι άρχισαν να χορεύουν. Η Σελίνα που μάθαινε χορό οδηγούσε τα βήματα του Σοκοφλή–αν μπορούμε να τα πούμε έτσι, αφού ήταν στον αέρα.

Είχαν χάσει την αίσθηση του χρόνου, μέχρι που ακούστηκε το σφύριγμα του τρένου και χωρίς πολύ διάθεση πήραν το δρόμο της επιστροφής. 

Μπήκαν από τα παράθυρα πετώντας. Ο Ίσον τους περίμενε χαμογελώντας στο βαγόνι.



-Και τώρα όλα είναι έτοιμα για τη Χώρα της Καρδούλας. Βλέπω έχεις και το κόκκινο μπαλόνι. Ήμουνα σίγουρος για σένα Σελίνα. Όσο για τον Σοκοφλή…



Άνοιξε το σακίδιό του κι έβγαλε ένα παράξενο μπαλόνι. Ήταν ένα τεράστιο φουσκωτό ποτήρι με αληθινό γάλα μέσα.



-Θα σας χρειαστεί κι αυτό για την αποστολή σας! Πώς νιώθετε είσαστε ξεκούραστοι, είσαστε έτοιμοι;



Τα δυο παιδιά κοιτάχτηκαν αμήχανα:

Έτοιμοι, για ποιο πράγμα;



Ο Ίσον δεν απάντησε στις ερωτήσεις τους, παρά τους χαιρέτησε με το αινιγματικό του χαμόγελο και πήγε πάλι να «δει τι κάνει ο φίλος του ο μηχανοδηγός»

Τα παιδιά δεν πρόλαβαν να αναρωτηθούν και πολύ καθώς αυτή τη φορά το ταξίδι ήταν πολύ σύντομο. 

Ακούστηκε η φωνή να μιλά στα αγγλικά από το μεγάφωνο:
End of train destination. Passengers are kindly requested to disembark 
Με άλλα λόγια το τρένο είχε φτάσει στο τέλος της διαδρομής και θα έπρεπε να κατεβούν. Πήρε ο καθένας το μπαλόνι του, η Σελίνα την κόκκινη καρδιά και ο Σοκοφλής το φουσκωτό ποτήρι με το γάλα και βγήκαν έξω στη Χώρα της Καρδούλας.
Πώς το κατάλαβαν; Δεν ήθελε πολύ σκέψη; Ένα τεράστιο κόκκινο δέντρο σε σχήμα καρδιάς τους υποδέχτηκε στη χώρα. Πάνω του στριφογυρνούσαν μικρά χάρτινα καραβάκια. Πίσω του σε έναν ζωγραφισμένο τοίχο ήταν γραμμένες παράξενες νότες, που μόλις τις κοιτούσες άφηναν έναν μελωδικό ήχο.






Τα δυο παιδιά κοιτούσαν μαγεμένα. Κανείς δεν φαινόταν πουθενά.

Προχώρησαν λίγο και βρέθηκαν σε αν χωράφι με παγωτολούλουδα. Ο Σοκοφλής όρμησε πάνω τους λες κι είχε να φάει χρόνια. Η Σελίνα προσπαθούσε να τον σταματήσει και του έδειχνε ένα λόφο που ξεπρόβαλλε ανάμεσα σε δυο παράξενα δέντρα που έμοιαζαν με γλειφιτζούρια.

Ήταν σίγουρη πως πάνω στο λόφο βρισκόταν το Παλάτι της Χώρας της Καρδούλας.
Ήδη το μπαλόνι της έμοιαζε να την τραβάει προς τα κει. «Λες αυτό να εννοούσε ο Ίσον;» Προσπαθούσε να πείσει τον Σοκοφλή αν προχωρήσουν, αλλά αυτός έπεσε στα γόνατα και την παρακαλούσε να μείνουν λίγο ακόμη στο παγωτοχώραφο…






Ευτυχώς που και το δικό του μπαλόνι άρχισε να τον τραβάει προς το παλάτι, αλλιώς ο Σοκοφλής ποτέ δεν θα ξεκολλούσε από τα παγωτά. Άσε που κολλούσαν πια και τα χέρια του ενώ η μύτη του φαινόταν να έχει κάνει βουτιά σε παγωτό βανίλια!

Η Σελίνα έβαλε τα γέλια όταν είδε. Ο Σοκοφλής πήγε να θυμώσει με τη φίλη του, όταν ακούστηκε μια φωνή:

-Ήρθαν!
Λες κι αυτό ήταν το σύνθημα, τώρα οι φωνές έγιναν πολλές:
-Ήρθαν! Ήρθαν!!
Κόσμος πολύς ντυμένος στα άσπρα και στα κόκκινα άρχιζε να τους πλησιάζει από παντού. Ανάμεσα τους ξεχώριζε μια πανύψηλη γυναίκα τυλιγμένη σε μια ολόλευκη γούνα. Αυτή ήταν που ήρθε πρώτη κοντά τους για να τους καλωσορίσει.
-Καλώς τους κι ας αργήσανε!
Από δίπλα της ξεπετάχτηκε ένας κοντούλης άντρας με ένα τεράστιο κατάλευκο μουστάκι και μια επιβλητική άσπρη στολή στολισμένη με μια μεγάλη κόκκινη καρδιά, που στη μέση της είχε κεντημένο ένα χρυσό κλειδί.
-Αγαπητοί μου φίλοι, είναι μεγάλη τιμή για μένα τον Άκουσον- Άκουσον, Μέγα Θησαυροφύλακα της Καρδούλας, να σας υποδέχομαι στην όμορφη και αγαπημένη χώρα μας. Αν και οι περιστάσεις που σας φέρνουν εδώ είναι (γκχ! γκχ! –εδώ έβηξε λίγο) μάλλον δυσάρεστες θέλω να σας ευχηθώ μια αξέχαστη διαμονή… 
Η Σελίνα και ο Σοκοφλής τα είχαν χάσει και κοιτάζονταν μεταξύ τους. Ούτε κατάλαβαν τι τους είπαν στη συνέχεια διάφοροι επίσημοι, ούτε κατάλαβαν πως έφτασαν στο παλάτι μπροστά σε ένα τεράστιο τραπέζι, που χωρούσε –τι να πει κανείς; -χιλιάδες ανθρώπους
-Εδώ στην Καρδούλα τρώμε πάντα όλοι μαζί, τους εξήγησε η ψηλή γυναίκα που –όπως τους συστήθηκε ήταν η Μεγάλη Τραπεζοκόμος Μέλο –Μακαρόνιν.
-Με διάλεξαν λόγω ύψους, νομίζω, τους εκμυστηρεύθηκε. Είμαι η μόνη που μπορώ να δω από τη μια άκρη του τραπεζιού στην άλλη και να καταλάβω αν λείπει κάτι. Επίσης είμαι η μόνη που βλέπω όλους τους σερβιτόρους και τους μάγειρες για αν τους καθοδηγώ και να τους ελέγχω. Βλέπεις, δεν είναι όλοι το ίδιο καλοί. Εδώ στην Καρδούλα, κάθε μέρα αλλάζουν αυτοί που ετοιμάζουν το τραπέζι και τα γεύματα. Δεν υπάρχει κανείς που να μην περνάει από αυτή τη θέση: Ακόμη κι εγώ! 
-Αγαπητή Μέλο, τα παιδιά θα έχουν όλο τον καιρό να μάθουν τις συνήθειες μας, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να τους μιλήσουμε για την αποστολή τους, είπε ο Άκουσον- Άκουσον που τόση ώρα… άκουγε σιωπηλός.
-Έχετε δίκιο Θησαυροφυλακούλη μου, είπε η Μέλο και του έσκασε ένα φιλί στη μύτη. Εκείνος έγινε κατακόκκινος, την ίδια ώρα που το χαμόγελο έφτανε μέχρι τ’ αυτιά του.
-Λοιπόν, είπε αφού συνήλθε από την ταραχή του. Η βασιλική οικογένεια της Καρδούλας έχει εξαφανιστεί. Και μόνο εσείς μπορείτε να τη βρείτε!



Το κλεμμένο Κάντελε


Η Σελίνα και ο Σοκοφλής κοιτάχτηκαν έκπληκτοι: Γιατί μόνο αυτοί μπορούσαν να βρουν τη Βασιλική Οικογένεια και πως;



-Παρά τις συμβουλές μου αποφάσισαν πριν από δέκα μέρες να πάνε οικογενειακά στη Μαγεμένη Λίμνη, είπε ο Άκουσον –Άκουσον.

-Ο βασιλιάς Απανιέμι, η βασίλισσα Μαρί-Μέκο με την πριγκίπισσα Βάινα και τον πρίγκιπα Γιόουκα, πρόσθεσε η Μέλο, διακόπτοντας τον Άκουσον, που συνέχισε απτόητος: 

-Είναι στην παγωμένη χώρα Πόγιολα όπου βασιλεύει η πανίσχυρη μάγισσα Λόουχι.
-Μας έκλεψε το Κάντελε! Διέκοψε πάλι η Μέλο.
-Ναι, ναι το Κάντελε… επανέλαβε ο Άκουσον.
-Το… Κάντελε; Είπαν απορώντας ο Σοκοφλής και η Σελίνα
-Είναι το μουσικό όργανο που έφτιαξε ο Βάιναμούινεν ο σοφός μας βάρδος. Οι χορδές του είναι φτιαγμένες από πλεξούδα μαλλιών που του χάρισε μια γοργόνα κι ο σκελετός του από τα κόκαλα ψαριού- γίγαντα που κατάφερε να ψαρέψει μόνος του… Τους ενημέρωσε η Μέλο.






-Κι όταν ακούς να παίζουν μουσική στο Κάντελε όποια στενοχώρια κι αν έχεις την ξεχνάς, πρόσθεσε ο Άκουσον. Την έκλεψε η Λόουχι που ζηλεύει τη χαρά της Καρδούλας. Είπε πως θα την επέστρεφε αν η βασιλική οικογένεια την επισκεπτόταν στην Παγωμένη της χώρα, στην άκρη της λίμνης. Δήθεν πως δεν αντέχει πια τη μοναξιά κι ήθελε την παρέα τους. Ήταν παγίδα!

-Η Μαργιάτα, η μάντισσα μας που γέννησε τρώγοντας μούρα το πιο όμορφο αγοράκι της Καρδούλας, είπε πως οι μόνοι που μπορούν να νικήσουν τη μάγισσα είσαστε εσείς! Μόνο που θα πρέπει να πάτε μόνοι σας στην Πόγιολα!

-Μα πως;
-Με το τρένο, φυσικά! Ακούστηκε μια γνώριμη φωνή και ο Ίσον βρέθηκε ξαφνικά μπροστά τους. Τον είχαν ξεχάσει…
-Η μάγισσα Λόουχι θα πάθει την πλάκα της, πρόσθεσε. 



Αποστολή στην Παγωμένη Πόγιολα


Τα παιδιά είχαν ζαλιστεί εντελώς και χάρηκαν που ανέλαβε δράση ο Ίσον. Μετά από λίγη ώρα πετούσαν ψηλά με το τρένο και σύντομα είδαν κάτω την πανέμορφη λίμνη όπου είχε χαθεί η βασιλική οικογένεια. Ακόμη είχαν στ’ αυτιά τους τις ευχές του Άκουσον, της Μέλο και όλων των άλλων που μαζεύτηκαν στο Σταθμό να τους αποχαιρετήσουν.

Το παλάτι της μάγισσας βρισκόταν στις όχθες της λίμνης. Κρυστάλλινο και παγερό, ωστόσο πανέμορφο μέσα στα χρώματα που δημιουργούσαν πάνω του οι ακτίνες του ήλιου. Σε ζάλιζε κι έχανες τη θέλησή σου… 



Ο Ίσον έβγαλε από τη τσάντα του δυο ζευγάρια κόκκινα γυαλιά για τα παιδιά.

-Με αυτά δεν θα πάθετε τίποτε… Εμένα δεν μου χρειάζονται: Έχω αχρωματοψία. Και τώρα δεθείτε!

Δέθηκαν στις θέσεις και το τρένο ανέπτυξε τεράστια ταχύτητα, πέφτοντας με δύναμη πάνω στο παλάτι. Τα παιδιά τραντάχτηκαν και τρόμαξαν, όμως ο παγωμένος τοίχος θρυμματίστηκε και το τρένο βρέθηκε μέσα σε μια τεράστια αίθουσα. Ο ατμός του έλιωνε σιγά- σιγά το ταβάνι. 
Η Σελίνα και ο Σοκοφλής κατέβηκαν κι έπεσαν σχεδόν επάνω στη μάγισσα που ερχόταν εξαγριωμένη, φωνάζοντας, προς το μέρος τους. 
Περίμεναν ότι θα έβλεπαν κάποια τερατόμορφη γριά, μπροστά τους όμως στεκόταν μια πανέμορφη μελαχρινή γυναίκα με καταπράσινα μάτια που πετούσαν φλόγες.
-Ποιοι είσαστε εσείς και πως τολμάτε;
Ύψωσε το ραβδί της, είπε κάτι ακατάληπτο και μετά το τέντωσε προς το μέρος τους.
Δεν έγινε τίποτα! Η μάγισσα επανέλαβε τις κινήσεις της έκπληκτη. Πάλι τίποτα!
-Μα… Μα…
Ξανάπλωσε το ραβδί της και είπε τις πιο βαριές κατάρες που έχουν ακουστεί ποτέ. Δεν τολμάω ούτε να τις γράψω, ούτε να τις πω.
Κάτι σαν φλόγα έφυγε από το ραβδί. Τους κόπηκε η ανάσα. Η φλόγα σταμάτησε λίγα χιλιοστά πριν από τον Σοκοφλή που πετάχτηκε μπροστά. Μετά η φλόγα έκανε μια απότομη στροφή κι έπεσε πάνω στη μάγισσα με δύναμη.
Μπροστά στα μάτια τους η μάγισσα άλλαξε χίλιες μορφές, μέχρι που έγινε καπνός και χάθηκε από την τρύπα που είχε ανοίξει το ατμός του τρένου στο ταβάνι. Το παλάτι άρχισε να λιώνει με ταχύτητα, καθώς ένα ζεστό αεράκι τους έφερε στα ρουθούνια το λιμνίσιο αέρα.
Ο Ίσον πετάχτηκε από το τρένο.
-Πάμε να βρούμε την οικογένεια και να φύγουμε από δω!
Δεν χρειάστηκε να ψάξουν πολύ… Η βασιλική οικογένεια, ελεύθερη πια από τα παγωμένα δεσμά της έτρεχε προς την έξοδο. Ο Ίσον τους φώναξε:
-Εδώ! Γρήγορα!


Το Κάντελε φώναξε ο Βασιλιάς και γύρισε πίσω. Οι τοίχοι έπεφταν, μεγάλα κομμάτια πάγου έκαγαν δίπλα τους. Τα λεπτά κυλούσαν κι ο βασιλιάς δεν φαινόταν πουθενά!
Η οικογένειά του αρνιόταν να μπει στο τρένο. Άλλο ένα κομμάτι έπεσε κι έγδαρε τον ώμο της βασίλισσας
-Πρέπει να μπέιτε στο τρένο, τώρα! Φώναξε ο Ίσον
-Ποτέ χωρίς τον Απανιέμι, είπε η βασίλισσα Μάρι- Μέκο.
Ο Ίσον αναγκάστηκε να φύγει να πάει να βρει τον βασιλιά...
Όταν πια πίστευαν ότια θα χαθούν για πάντα στα ερείπια του παλατιού φάνηκε ο Ίσον κουβαλώντας στον ώμο του τον βασιλιά και κρατώντας με το άλλο χέρι το Κάντελε...
Μόλις που πρόλαβαν να μπουν όλοι στο τρένο και να φύγουν όταν το παλάτι κατέρρευσε κι άρχισε να λιώνει. Αυτό που θα έβλεπαν χρόνια αργότερα, όταν μεγάλοι πια θα επέστρεφαν στην Όχι- Πια-Παγωμένη- Πόγιολα, ήταν πως εκεί που βρισκόταν το παλάτι φύτρωσε ο πιο όμορφος άγριος ανθόκηπος του κόσμου…




Η επιστροφή και τι έγινε μετά το τέλος


Η Σελίνα και ο Σοκοφλής ούτε κατάλαβαν τι έγινε μετά. Για τη Σελίνα δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από τα μαύρα μάτια του πρίγκιπα Γιόουκα και για τον Σοκοφλή τίποτε άλλο εκτός από τα κατάλευκα μαλλιά της πριγκίπισσας Βάινα. Και για τα μαύρα μάτια μπορείτε να πείτε πως είναι κάτι συνηθισμένο, αλλά κατάλευκα μαλλιά;

Μια παραζάλη όλα. Υποδοχή ενθουσιώδης στη Χώρα της Καρδούλας, μαγικές μουσικές μέρες και νλυχτες με το μαγικό Κάντελε, απίστευτα φαγοπότια, αλλά και ρομαντικοί περίπατοι κάτω από τα πιο όμορφα και μαγικά δέντρα… Έπρεπε όμως να φύγουν.
Γιόουκα και Σελίνα, Βάινα και Σοκοφλής, δεν έλεγαν να χωρίσουν.
-Του χρόνου που δεν θα είμαστε βασιλική οικογένεια να ξαναρθείτε, είπε ο Γιόουκα. Θα διασκεδάσουμε πιο πολύ!
-Να μου γράφεις είπε η Βάινα. Του έδειξε ένα αγοράκι με μακριά ξανθά μαλλιά που στεκόταν δίπλα της. Ο Μίκα είναι ο ταχυδρόμος της Καρδούλας. Θα φροντίζει να έρχονται τα γράμματά σου και θα σου φέρνει τα δικά μου….



Το τρένο πετούσε κι η Καρδούλα μίκραινε κάτω. Ο Γιόουκα κι η Βάινα έγιναν δυο κουκκίδες μέσα στο ασπροκόκκινο πλήθος. Ο Ίσον τώρα δεν τους άφησε καθόλου για να δει τον «φίλο του το μηχανοδηγό». Έβαλε μόνο μια μουσική που τους κοίμισε. Στον ύπνο τους είδαν τους αγαπημένους τους και τον μικρό Μίκα να τους μοιράζει γράμματα γεμάτα καρδιές.




Έφτασαν πίσω στη χώρα του βορρά, στον παλιό εγκαταλειμμένο σταθμό. Ο Ίσον τους πήγε στον Βέσα για παγωτό: 

-Αν και το έχεις παρακάνει Σοκοφλή και σε βλέπω την άλλη φορά να έρχεσαι για σφραγίσματα, πρόσθεσε, σα να θυμήθηκε ξαφνικά πως πάνω απ’ όλα ήταν ο καλύτερος οδοντίατρος του Βορρά.

Κάθισαν όλοι μαζί τρώγοντας παγωτό και βουτώντας τα πόδια τους στο νερό.



-Ξέρετε γιατί νικήσατε τη μάγισσα; Τους ρώτησε ο Ίσον…

-Όχι

-Γιατί, όπως είπε και η μάντισσα Μαργιάτα, έχετε καρδιά πιο μεγάλη από της Καρδούλας. Είσαστε οι καλύτεροι φίλοι και μένετε πάντα φίλοι ακόμη κι όταν περνάτε τόσους μήνες μακριά ο ένας από τον άλλο. Μοιράζεστε τα πάντα και όταν τσακώνεστε φιλιώνετε αμέσως. …και όταν μεγαλώσετε θα παντρευτείτε κι οι δυο στην Καρδούλα. Ξέρετε με ποιους!
Κοκκίνισαν κι οι δυο και κοίταξαν τα πόδια τους…



Το σούρουπο της τελευταίας μέρας έπεφτε πάνω στη θάλασσα που μοιάζει με λίμνη. Διακοπές τέλος. Άρχιζαν τα σχολεία. 

-Θα σας πω το αγαπημένο μου τραγούδι είπε ο Ίσον



Αν κάποια μέρα νιώσω πως έχω ακεφιές
Μονάχα με δυο λέξεις σε νότες μαγικές
Δίνω ρυθμό στα χέρια, στα πόδια στο κορμί
Κι αρχίζω να χορεύω με δύναμη κι ορμή



Σηκώθηκε και χόρευε σαν τρελός στην προβλήτα. Τα παιδιά τον ακολούθησαν…

Δυο μακροβούτια ο χρόνος και καλοκαίρι πάλι!*



Έτσι τέλειωνε το τραγούδι … Έτσι χαιρέτησαν τον Ίσον. Έτσι χαιρέτησαν κι ο ένας τον άλλο. 

Την τελευταία στιγμή στο αεροδρόμιο είδαν ένα ξανθό αγοράκι να τρέχει προς το μέρος τους κουβαλώντας μια τεράστια δερμάτινη τσάντα. Ήταν ο Μίκα ο ταχυδρόμος της Καρδούλας:





-Έχετε γράμμα!!

Έβγαλε ένα φάκελο γεμάτο καρδούλες και τον έδωσε στον Σοκοφλή.

-Το δικό σου σε λίγο, είπε στη Σελίνα.
Ο Σοκοφλής έβαλε το χέρι στη τσέπη κι έδωσε έναν φάκελο στο μικρό ταχυδρόμο…
Στο αεροπλάνο διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα. Όπως κι η Σελίνα το δικό της που το κουβαλούσε παντού και το άνοιγε κάθε τόσο.



Ο Ίσον κάπνιζε την πίπα του χαμογελώντας, πίνοντας τις ψευτομπύρες του και σιγοτραγουδώντας πάντα:



Δυο μακροβούτια ο χρόνος και καλοκαίρι πάλι 



ΤΕΛΟΣ






ΥΓ1. Θα αναρωτιέστε ίσως ποιος να είχε αφήσει το σημείωμα με το άσπρο γαρίφαλο στο τρένο που οδήγησε την παρέα μας στη Χώρα της Καρδούλας. Ήταν η αδερφή του Μίκα η Όλι, που είναι υπεύθυνη του Ταχυδρομείου της Καρδούλας. Αυτή έκανε το σχέδιο που ο Μίκα ανέλαβε να αφήσει στο τρένο. Πώς καταφέρνει να ταξιδεύει ο Μίκα τόσο μακριά; Μα με τα μαγικά φτερά που έχει χαρίσει η νονά της στην Όλι και τα έχουν πάντα στο ταχυδρομείο… 



ΥΓ2. Τι έγινε μετά το τέλος: Τα χρόνια πέρασαν και μια όμορφη άνοιξη έγιναν οι γάμοι στη χώρα της Καρδούλας. Ο Σοκοφλής και η Σελίνα έγιναν μόνιμοι κάτοικοι. Αυτοί και τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Για τα δισέγγονα δεν ξέρω τι θα κάνουν. Τα περιμένουμε από μέρα σε μέρα να έρθουν στον κόσμο… Ο Ίσον φροντίζει πάντα για τα δόντια όλων και κυρίως του… Σοκοφλή! 



*Από τον Τρελαντώνη σε διασκευή -σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαϊτζή

Μουσική Κώστας Βόμβολος 

Στίχοι: Γιώργος Φράγκογλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: