Διακοπές!

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Πως γράφονται τα ποιήματα στην Πορτοκαλία

Το Πορτοκαλί Παραμύθι με ζωγραφιές της Στεφανίας Βελδεμίρη συνεχίζεται...

Ο Εθνικός ποιητής της Πορτοκαλίας
Η Σολεδάδ έβγαλε από την τσέπη της μια ζωγραφιά και την άπλωσε μπροστά στην Ισαβέλλα και τη Μαριάννα.


-Εγώ και η Μαρία Λουίζα με τα μωρά μας. Καθόμασταν κάτω από κυπαρίσσια που τα λύγιζε ο άνεμος, ανάμεσα στα πιο μυρωδάτα λουλούδια για να μαθαίνετε από μικρά τα όμορφα αρώματα, είπε γυρνώντας στην Ισαβέλλα.
-Και μιλούσατε και τραγουδούσατε…
-Κι εσύ ερωτεύτηκες τον Φερνάντο, κι όπου σας πιάναμε, όπου σας βρίσκαμε φιλιόσασταν στο στόμα, κρυμμένοι πίσω από τις νεραντζιές!
Η Ισαβέλλα κοκκίνισε ολόκληρη και τράβηξε τη Μαριάννα από το χέρι. Δεν πρόλαβε καλά –καλά ούτε να χαιρετήσει καθώς ανέβαιναν και πάλι ψηλά.
-Αμάν πια με αυτόν τον Φερνάντο! Είπε θυμωμένη η Ισαβέλλα και η Μαριάννα νόμιζε ότι είδε καπνούς να βγαίνουν από τα αυτιά της, καθώς πετούσαν με ταχύτητα πάνω από ένα ατέλειωτο χωράφι με τεράστιες πορτοκαλιές κολοκύθες.
-Ο κύριος Φερνάντο ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο –μόνος του. Η Πορτοκαλία του έπεφτε βλέπεις μικρή. Ήθελε να δει πως ζουν οι άνθρωποι σε άλλα χρώματα. Λέιπει μήνες τώρα. Κι έχει και το θράσος να μου στέλνει και κάρτες από τη Μελιτζανία (μας έπρηξε πια με την καταπληκτική της πρωτεύουσα το Λεμωβίδειο). Γράμματα από το Πρασινιστάν και την Τριφυλλία. Χαλιά από την Ασπρονησία, λουκούμια από τη Ζαχαρία… Εγώ δεν του απαντάω ποτέ! Κι όταν γυρίσει θα του τα δώσω όλα πίσω πακέτο. Δεν μας ήθελε μαζί ο κύριος Φερνάντο βλέπεις…
Η Μαριάννα δεν χόρταινε να βλέπει το πανέμορφο πορτοκαλί τοπίο και αν ακούει μαγεμένη για τις παράξενες χώρες που δεν είχε δει ποτέ σε κανέναν χάρτη.


Η Ισαβέλλα σιγά- σιγά ξεθύμαινε, μέχρι που σταμάτησε να μιλάει. Και τότε μια φωνή απλώθηκε στον κάμπο. Μια φωνή που σου έφερνε το μυαλό κρυστάλλινα καμπανάκια, νερά που κυλάνε λαμπυρίζοντας στον ήλιο, τον ήχο του χιονιού που πέφτει απαλά, το άρωμα του μανταρινιού καθώς το ανοίγεις, ένα τρυφερό όσο και ξαφνικό χαμόγελο σε μια συννεφιασμένη μέρα…
Το αγαπημένο τραγούδι της μαμάς: «Στην πορτοκαλιά από κάτω, πλένει τα βαμβακερά»… Και τι παράξενο: Αυτό το τραγούδι άρχισε να σχηματίζεται σε νότες στον αέρα, καθώς τώρα πετούσαν πάνω από ένα δάσος με καροτόδεντρα και πορτοκαλιές…
…και από κάτω μια πανέμορφη κοπέλα έπλενε πραγματικά τα βαμβακερά της και τραγουδούσε… Κρυμμένος πίσω από ένα καροτόδεντρο ένας νεαρός άντρας πετούσε κρατώντας μια απόχη στο χέρι και μαζεύοντας τις νότες στον αέρα.


-Είναι ο Εθνικός μας Ποιητής ο Ντιέγκο Σόλομον, είπε περήφανα η Ισαβέλλα. Τριγυρίζει παντού, μαζεύει μουσικές και λόγια και τα κάνει στίχους.

Και να! Μόλις είχε φτιάξει ένα ποίημα που χαμογελαστός το απήγγειλε στα δυο κορίτσια:

Έπλενες τα σεντόνια σου στην όχθη στο ποτάμι
Ντυμένη στα πορτοκαλιά, μουρμούριζες τραγούδι
Γι’ αστεράκια που κλαίνε απλωμένα στο σκοινί
Καθώς τα λεπτά σου δάχτυλα απλώναν το σεντόνι

-Πώς σας φαίνεται;
-Χμ! είπε σκεφτική η Ισαβέλλα, θέλει λίγη δουλειά ακόμη, αλλά βρίσκεσαι σε καλό δρόμο.
Κι είχε πάρει ένα ύφος σοβαρό και περισπούδαστο λες και ήταν κανένας μεγάλος κριτικός βιβλίου. Μα είναι δυνατόν να μιλάει έτσι στον Εθνικό ποιητή της Πορτοκαλίας;
Ο Ντιέγκο Σόλομον έφυγε σκεφτικός και σιγομουρμούριζε:
-«Απλώναν» ή «κρατούσαν» το σεντόνι; «Σεντόνι» ή «μαντίλι»; Θα το γράψω έτσι: «καθώς τα λεπτά σου δάχτυλα κρατούσαν το μαντίλι». Καλύτερο!
Γύρισε στα κορίτσια και τα χαιρέτησε χαμογελώντας:
-Ευχαριστώ Ισαβέλλα!
Η Μαριάννα είχε μείνει έκπληκτη. Έτσι γράφονταν εδώ τα ποιήματα;


…Συνεχίζεται…

Δεν υπάρχουν σχόλια: