Διακοπές!

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Ο Έρικ Χομπσμπάουμ με τα μάτια της κόρης του


Το διάβασα σήμερα στο mao.gr είπα να μοιραστώ ένα κομμάτι μαζί σας. Το υπόλοιπο μπορείτε αν το διαβάσετε εκεί. Αξίζει πολύ (κι ακόμη περισσότερο αν είσαστε μπαμπάδες)


...Περίπου ένα εξάμηνο μετά το θάνατο του μεγάλου μαρξιστή ιστορικού, η κόρη του, η 49χρονη Τζούλια Χομπσμάουμ, γράφει στους Φαινάνσιαλ Τάιμς, ένα εκπληκτικό κείμενο για τον πατέρα της. Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα:


Ο Τεν Τεν και το Κορίτσι με το τατουάζ
[...] Αν και επικοινωνούσε μέσω e-mail και χρησιμοποιούσε το Ίντερνετ, δεν έπαυε να είναι άνθρωπος του βιβλίου. Μετά το θάνατό του άρχισα να μαζεύω τα βιβλία που μου είχε χαρίσει [...] Όταν ήμουν εννέα ετών, μου είχε χαρίσει ένα πολύ μεγαλίστικο βιβλίο, τη Μαρία Θηρεσία,  πιστεύοντας ότι ο η αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας θα ήταν το ιδανικό βοήθημα για μια σχολική εργασία με θέμα “Οι μεγάλες γυναίκες της Ιστορίας”. Τότε δυσανασχέτησα, σήμερα νιώθω τύψεις.  Ωστόσο, δεν ήταν ο πατέρας που υποχρεωτικά μάς τάιζε “βαριά βιβλία”. Μας είχε διαβάσει μεγαλόφωνα όλα τα τεύχη του Τεν Τεν και μάλιστα μερικές φορές τού άρεσε να λέει ουρλιάζοντας τις βρισιές του Κάπτεν Χάντοκ. [...] Θυμάμαι τον μπαμπά και τα βιβλία του. Τον θυμάμαι πάντα έτοιμο για τα πάντα, πάντα σίγουρο ότι υπήρχε κάτι ενδιαφέρον να ανακαλύψεις.  Τις στερνές του μέρες αυτή η δίψα άρχισε να υποχωρεί. Με τη χαρακτηριστική του ακρίβεια και ευγένεια, είχε ρωτήσει τότε τον αδελφό μου “Αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο ή το προτελευταίο;” Δύο χρόνια πριν πεθάνει, μου τηλεφώνησαν να πάω επειγόντως στο σπίτι για να βοηθήσω στη μεταφορά του στο νοσοκομείο -η πρώτη του πνευμονία. Φαινόταν να είναι στα τελευταία του κι έμοιαζε να το ξέρει. Με πολύ κόπο τον κατεβάσαμε στο ισόγειο. Όμως εκεί κοντοστάθηκε. Έτοιμος να πέσει, άπλωσε το χέρι του και πήρε ένα βιβλίο από το πάνω ράφι της βιβλιοθήκης στο μπροστινό δωμάτιο. Ένα κομψό δερματόδετο βιβλίο που του το είχε χαρίσει η πολυαγαπημένη του μαμά στη Βιέννη πριν 80 χρόνια.
Χάρη στα αντιβιοτικά, σε δύο μέρες συνήλθε. Του τηλεφώνησα στο κινητό του και τον ρώτησα αν ήθελε να του φέρω κάτι. Του άρεσαν τα γλυκά και περίμενα ότι θα μου ζητούσε λίγα ζελεδάκια από φρούτα ή μαύρη σοκολάτα. “Πήρα μαζί μου ένα βιβλίο κάπως βαρύ. Μπορείς να μου φέρεις κάτι πιο ανάλαφρο;” Όπως αποδείχτηκε, το βιβλίο που είχε διαλέξει, υποθέτοντας ότι θα ήταν το τελευταίο που θα έπιανε στα χέρια του, ήταν μια γερμανική έκδοση των Αδελφών Καραμαζόφ και, στη δοσμένη κατάσταση, δεν ήταν ό,τι καλύτερο γι’ αυτόν. Ήξερα ότι του άρεσαν τα αστυνομικά -ένας τοίχος της βιβλιοθήκης του ήταν γεμάτος αστυνομικά σε εκδόσεις Penguin με πράσινες ράχες, τα παλιά του αστυνομικά του Εd Mcbains και, τα πιο πρόσφατα, τα μυθιστορήματα του Έλμορ Λέοναρντς. Έτσι, του πήγα Το κορίτσι με το τατουάζ του Στιγκ Λάρσον. Μάλιστα αυτό προκάλεσε μια ζωηρή και πιπεράτη συζήτηση για το πόσα πολλά εξωσυζυγικά κρεβατώματα περιείχε το βιβλίο -«υπερβολικά πολλά», σύμφωνα με τον πατέρα μου.
[...] Το τελευταίο μας αντίο σαν οικογένεια το δώσαμε σιωπηλοί, ένα κρύο πρωινό του Οκτώβρη στο Κοιμητήριο του Χαϊγκέιτ. Λίγο νωρίτερα, καθώς αγόραζα ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια για να το αφήσω στον τάφο, ένιωσα μια ισχυρή ανάγκη να δώσω στον πατέρα μου, για τελευταία φορά, κάτι να έχει να διαβάζει -μου φαινόταν αδιανόητο το να μην έχει “ιδέες να αναπνεύσει”. Αγόρασα το London Review of Books, με το οποίο συνεργαζόταν τακτικά σε όλη του τη ζωή και τώρα φιλοξενούσε τη νεκρολογία του, γραμμένη από τον φίλο του, τον Καρλ Μίλερ. Ακουμπήσαμε το τεύχος, φρεσκοτυπωμένο και διπλωμένο, πάνω στο φέρετρο και ύστερα ο νεκροθάφτης ολοκλήρωσε τη δουλειά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: